Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Blind



Το πρωί άργησε να έρθει, όπως αργούσαν τα πάντα τον τελευταίο καιρό ή έτσι μου φαινόταν. Ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και συνάντησα τους άλλους στην ταράτσα, έτσι είχαμε συνεννοηθεί το προηγούμενο βράδυ.
Σήμερα η μέρα μύριζε βροχή, βροχή και προμηνυόταν μια μέρα με ανεβασμένη θερμοκρασία. Μπορεί οι καιρικές συνθήκες να μην με επηρέαζαν καθόλου, ωστόσο αυτό το πρωινό μπορούσα να καταλάβω πολλά με τις αισθήσεις μου στο κόκκινο.
Είχαμε συμφωνήσει την ταράτσα διότι ήταν το μοναδικό μέρος στο Άνδρο. Δεν είχε τοίχους, πόρτες, παράθυρα και οτιδήποτε που θα μπορούσε κάποιος να κρυφακούσει. Αν και το σιχαινόμουν αυτό το μέρος για λόγους που δεν χρειαζόταν να εξηγήσω ούτε στον εαυτό μου. Εκείνη είχε διαλέξει αυτό το μέρος για να τερματίσει την ζωή της και κακά τα ψέματα, ήταν ιδανικό.
 Ένιωθα στον αέρα την ανυπομονησία που περιτριγύριζε την ατμόσφαιρα και προσπαθούσα να το παίξω όσο πιο ψύχραιμος μπορούσα.  Αυτό που θα γινόταν δεν ήταν απλά πρωτόγνωρο, διαφορετικό ή καινούργιο. Ήταν πέρα από την σφαίρα της φαντασίας μας και ας ήταν μεγάλη.
Είχα να αντικρίσω τον ήλιο τριάντα και χρόνια, το ίδιο και οι υπόλοιποι. Μπορεί η διάρκεια να είχε διαφορά αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Μία η ανασφάλεια που νιώθαμε, μία το γεγονός ότι έπρεπε να δώσουμε προσωπική μάχη για  να φέρουμε εις πέρας αυτή την αποστολή και ας μην ξεχνάμε ότι η νύχτα ήταν η δύναμη μας, όχι η μέρα.
Η Λευκή Μάγισσα είχε κάνει καλά την δουλειά της. Μέσα σε ένα απόγευμα, είχε δημιουργήσει ένα φίλτρο που θα μας επέτρεπε να αποκτήσουμε την όραση μας μέχρι την δύση του ηλίου και να κρατήσουμε όλες τις δυνάμεις μας. Επίσης κατάφερε κάτι εξίσου σημαντικό, μας έδεσε μεταξύ μας ώστε να μπορούμε να κινούμαστε σαν ένα απέναντι σε μια απειλή αλλά και ξεχωριστά αν χρειαζόταν. Ξέραμε τι συνέβαινε σε όλους την ίδια ώρα και που βρισκόμασταν, χωρίς καν να μπορούμε να ακούσουμε τις σκέψεις μας όπως έκανα εγώ με τους αγαπημένους φίλους.
Στα χρόνια μου, ποτέ μου δεν είχα ακούσει ότι μια Μάγισσα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά. Ίσως επειδή δεν ήθελαν να το γνωρίζουμε ή απλά επειδή ποτέ κανένας δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε ή ακόμα να ζητήσουμε βοήθεια. Πάντα η φάρα μας, θεωρούσε υποτιμητικό να ασχοληθείς με οποιοδήποτε άλλο πλάσμα και ας κρατούσαμε διπλωματικές και τυπικές σχέσεις με όλους. Η αλήθεια ήταν ότι μόνο στην δύσκολη στιγμή και εκεί που έχεις στριμωχτεί πραγματικά, θα ζητήσεις βοήθεια από κάποιον που δεν θα το περίμενες ποτέ. Και μετά από τόσα χρόνια, είχα αποφασίσει ότι κανείς δεν κάνει για τα πάντα και ας ένιωθα το αντίθετο.
Έκλεισα τα μάτια μου για λίγο και αφουγκράστηκα. Όλα ήταν ήσυχα ακόμα, ο κόσμος δεν είχε σηκωθεί από τα κρεβάτια του. Άλλωστε σήμερα ήταν Σάββατο, πολλοί ήταν αυτοί που δεν δούλευαν και είχαν περάσει την βραδιά τους σε κάποια παμπ πίνοντας, μέχρι να μην μπορούν να διακρίνουν αν το χέρι τους έχει πέντε ή έξι δάχτυλα.
Η ανυπομονησία με έπνιγε και έπρεπε επιτέλους να μιλήσει κάποιος «Το έφερες;» γύρισα προς το μέρος όπου ένιωθα την μυρωδιά της Roxie. Βλακώδες, δεν μπορούσε να με δει αλλά ήξερε ότι είχα στραμμένη όλη μου την προσοχή πάνω της.
«Ναι, το έχω στην τσέπη μου και ειλικρινά παιδία δεν μπορώ να το πάρω απόφαση. Προτείνω να το πιούμε όλοι μαζί..» το χέρι της χώθηκε βαθιά στην τσέπη της και άρχισε να ψαχουλεύει κάνοντας μικρούς διακριτικούς ήχους. Όταν το βρήκε, το απελευθέρωσε με έναν μικρό ήχο νίκης «Έφερα σφηνοπότηρα!» είπε με τέτοια χαρά, που νόμιζα ότι είχα κάνει κοπάνα από το σχολείο για να πιω με τους φίλους μου μπύρες.
Το υγρό κύλισε μέσα στα μικροσκοπικά ποτήρια και τα μοίρασε με λαχτάρα σε όλους μας. Στην συνέχεια πήρε μια βαθιά ανάσα «Έτοιμοι; Ένα.. δύο.. τρία» πριν προλάβω να το σκεφτώ, το είχα καταπιεί. Άλλωστε δεν είχα ιδέα τι γεύση θα είχε. Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν είχε. Ήταν σαν να είχα κατεβάσει αέρα κοπανιστώ.
Περιμέναμε για λίγη ώρα χωρίς να γίνει κάτι. Από το μυαλό μου πέρασε ή ιδέα ότι αυτή η μάγισσα μας είχε παίξει για τα καλά, όμως έκανα λάθος. Ξαφνικά άρχισα να νιώθω πόνο, και τα μάτια μου να καίνε, με τον ίδιο ακριβώς πόνο που βιώνω κάθε μέρα όταν γίνετε η αλλαγή. Όμως τώρα ο πόνος γινόταν χειρότερος και στην παραζάλη μου γονάτισα. Κάτι παρόμοιο πρέπει να βίωναν και οι υπόλοιποι μιας και τους άκουγα να αγκομαχούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Ευτυχώς το βασανιστήριο δεν κράτησε για πολύ αν και ας ήταν περισσότερο από οποιαδήποτε αλλαγή. Όταν άνοιξα τα μάτια μου έβλεπα θολά όμως το τοπίο ξεκαθάρισε πολύ γρήγορα. Σηκώθηκα πάνω παραπατώντας και βοήθησα και τους υπόλοιπους να σηκωθούν. Σε λίγα λεπτά είχαμε γυρίσει όλοι και χαζεύαμε τον όμορφο ήλιο που τώρα ανέτειλε.  Ο περισσότερος κόσμος σε αυτό τον πλανήτη θαύμαζε τον ήλιο να δύει, εμένα όμως η ανατολή μου δημιουργούσε ιδιαίτερο δέος, πόσο μάλλον τώρα που είχα να την δω τόσα χρόνια.
Το Λονδίνο στα πόδια μας, ο ήλιος στο πρόσωπο μας, δεν ήθελα να φύγω από εδώ και να τελειώσω καμία αποστολή και ας σήμαινε αυτό την διάσωση της Σελήνας. 

«Ουαου..»  Αυτό το επιφώνημα ταίριαζε απόλυτα στην εικόνα μπροστά μας «Φίλε.. αυτό είναι.. καταπληκτικό» είπε με μια ανάσα ο  Aleksy.  Η ευτυχία που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους αλλά και στο δικό μου ήταν ασύλληπτη. Ακόμα και ο Sakito ο σκληρός της παρέας, αν μπορούσε να κλάψει αυτή την στιγμή θα έκλαιγε σαν μικρό κοριτσάκι. Κάνεις δεν περίμενε να μας συμβεί αυτό που μας συνέβη εδώ πάνω, αλλά ήταν μια ευκαιρία που θα ερχόταν μια φορά σε αυτή την ατέλειωτη, μακροχρόνια ζωή μας και δεν μπορούσαμε απλά να μην την ρουφήξουμε. Η κατάρα της Σελήνα μας είχε προσφέρει ένα απίθανο δώρο. Όταν ήρθε ξανά στο μυαλό μου.. η μαγεία έσβησε.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Don't let go


Τα τακούνια από τις γόβες μου αντηχούσαν στους τοίχους των γύρω κτιρίων λες και περνούσε ολόκληρη στρατιά. Σαν να ήθελα να κάνω αισθητή την παρουσία μου, ναι πέρασα και εγώ από εδώ
 Ο Robert περπατούσε με γοργό βήμα και έστριβε στα στενά του Λονδίνου με απέραντη ευκολία. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις ακόμα και αν δεν το ήξερες ότι είχε ζήσει και μεγαλώσει εδώ. Θα μπορούσε να με πάει στο «Άνδρο» των βρικολάκων ακόμα και με κλειστά μάτια.
Υπό άλλες συνθήκες θα είχα λαχανιάσει, δυσανασχετήσει αλλά η έξαρση της αποψινής βραδιάς δεν με άφηνε να νιώσω τίποτα από όλα αυτά. Το άγνωστο με άναβε, με αναστάτωνε η ιδέα του τι μπορεί να συναντούσα και να έβλεπα απόψε.
Πως θα ήταν οι υπόλοιποι βρικόλακες; Μέχρι τώρα ο μόνος βρικόλακας που είχα γνωρίσει ήταν ερωτευμένος μαζί μου, δεν είχα μέτρο σύγκρισης. Πως θα έβλεπαν τον ερχομό μιας θνητής ξένης;  Στριφογυρνώντας όλες αυτές οι σκέψεις στο κεφάλι μου που δεν κατάλαβα ούτε καν πως είχαμε βρεθεί έξω από ένα θεόρατο κτίριο.
Αν και νύχτα, μπορούσα εύκολα να διακρίνω την απίστευτη ομορφιά του. Άφησα το χέρι του Robert και έδωσα στον εαυτό μου λίγα λεπτά να χωνέψει το μέγεθος του κτιρίου. Ήταν τεράστιο, έπιανε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, είχε το χρώμα του φεγγαριού όταν βρισκόταν σε πλήρη σχηματισμό. Η αρχιτεκτονική του ήταν αυστηρή και βαριά. Μεγάλες κολώνες, ορθογώνια παράθυρα, όμως τίποτα από όλα αυτά δεν πρόδιδε το τι βρισκόταν μέσα. Πάω στοίχημα ότι κανένας από τους περαστικούς δεν είχε καν σταθεί για να κοιτάξει το κτίριο. Έτσι είναι οι ρυθμοί σήμερα, δεν σταματάς ούτε για ένα λεπτό, έστω να θαυμάσεις κάτι όμορφο.
Ωστόσο αυτήν την ώρα δεν κυκλοφορούσε ούτε μύγα, ο δρόμος όντας πεζόδρομος και όχι τόσο κεντρικός δεν έφερνε πολύ κόσμο στο διάβα του. Ο Robert έπιασε το χέρι μου για μια ακόμη φορά και με τράβηξε ελαφρά προς την είσοδο. Δύο τεράστιες κολώνες με ανάγλυφα πρόσωπα στο τελείωμα τους, σε υποδέχονταν με μεγαλοπρέπεια.
Άφησε το χέρι μου απότομα και πλησίασε την πόρτα, πέρασε το χέρι του ανάμεσα στην λαβή και χτύπησε με δύναμη. Μου κόπηκε η ανάσα, ένιωσα το έδαφος να δονείτε όταν κατάλαβα ότι ήταν για μια στιγμή μόνο, σήκωσα το κεφάλι μου ενθουσιασμένη.
Μετά από πέντε λεπτά κάποιος έσπρωξε με απέραντη ευκολία την δίφυλλη τεράστια πόρτα. Δεν μπόρεσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά αυτού του κάποιου αμέσως.. όμως όταν τα κατάφερα ξαφνιάστηκα.
Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα. Η πρώτη απορία που μου γεννήθηκε, ήταν πώς αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα κατάφερε να ανοίξει με τόση ευκολία αυτήν την θεόρατη πόρτα;
Μας καλωσόρισε με ένα τεράστιο πονηρό χαμόγελο.  Ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς ακόμα και για βρικόλακα. Είχε καστανά κοντά μαλλιά, τα οποία πετούσαν εδώ και εκεί, παρά αυτά είχαν μια συνέχεια στην ακαταστοσύνη τους. Φορούσε ένα πολύ στενό παντελόνι από αυτά που βλέπω γυναίκες στον δρόμο και απορώ πως μπήκαν μέσα και από πάνω ένα σακάκι μωβ με ένα φουλάρι στο λαιμό σε παρόμοιο χρωματισμό.
 Χαιρέτισε θερμά τον Robert και εκείνος την φίλησε στο μάγουλο. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν φανταζόμουν ότι οι βρικόλακες είναι τόσο θερμοί μεταξύ τους. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον και με κοίταξαν για λίγα δευτερόλεπτα.
Η άγνωστη γυναίκα ήρθε να σπάσει την αμηχανία της στιγμής. Δεν αντιλήφθηκα αμέσως τι έλεγε διότι μιλούσε στα αγγλικά, ακόμα δεν είχα συνηθίσει το να μην μιλά κανένας ελληνικά εκτός από εμένα και τον Robert.
«Αυτή πρέπει να είναι η προσκεκλημένη μας» είπε χαμογελαστά. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά και παρατήρησα τα δικά της. Ήταν σχεδόν γατήσια τουλάχιστον το χρώμα γιατί σαν σχήμα ήταν απλά αμυγδαλωτά. Το χρώμα όμως ήταν ξεχωριστό. Είχαν μέσα τους φωτεινό κίτρινο και το περίβλημα τους ήταν σκούρο καφέ. Για μια στιγμή την φοβήθηκα, ήμουν πραγματικά τόσο αφελής, δεν ήξερα καν για το τι μπορούσε να μου συμβεί. Βέβαια είχα τον Robert μαζί μου αλλά ακόμα και τώρα δυσκολευόμουν να εμπιστευτώ τον οποιοδήποτε.
Της χαμογέλασα αμήχανα, εκείνη με περιεργαζόταν από πάνω μέχρι κάτω, από ότι φαίνετε ήταν συνήθειο τους να μελετούν όποιον γνωρίζουν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα κάτι που με ξάφνιασε. Παρότι κάποτε είχαν υπάρξει σαν ανθρώπινα όντα, είχαν ξεχάσει παντελώς πως ήταν. Είχαν αμυδρές αναμνήσεις από την τότε ζωή τους αλλά σίγουρα τους φαινόμαστε περίεργοι, διαφορετικοί κάτι που  χρειάζεται συνεχείς αναζήτηση. Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για πολλά αλλά το να βλέπεις αυτά τα «ανώτερα» πλάσματα να σε περιεργάζονται, σημαίνει α μη τι άλλο ότι κρατάνε τις επιφυλάξεις τους για ότι δεν μπορούνε να καταλάβουν. Εξάλλου τα τραγικότερα πράγματα στην ιστορία του κόσμου έχουν συμβεί από φόβο, είτε ήταν συνειδητός,  είτε υποσυνείδητος.
Η γυναίκα ξαναμίλησε  «Είμαι η Roxie, Roxie Bell» μου έδωσε το χέρι της και έσκυψε να μου δώσει ένα φιλί στο μάγουλο. Ξαφνιάστηκα και πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπο μου γιατί με την άκρη του ματιού μου είδα τον Robert να χαμογελάει.
«Σελήνα» ψέλλισα.
Εκείνη μου έδωσε ένα θερμό χαμόγελο ξανά «Πάμε; Μας περιμένουν..» είπε απευθυνόμενη περισσότερο στον Robert παρά σε εμένα. Σήκωσε το χέρι της για να μας δείξει την κατεύθυνση και ξεκίνησε να περπατά μπροστά μας, δείχνοντάς μας τον δρόμο. Σε εμένα φαντάζομαι και όχι στον Robert που ήταν το σπίτι του.
Άφησε λίγο χώρο ανάμεσα μας και τότε βρήκε τον χρόνο ο Robert να σκύψει στο αυτί μου και να με προετοιμάσει «Υπάρχουν βρικόλακες που γνωρίζουν ελληνικά, οπότε καλό θα ήταν να μην μου πεις κάτι που δεν πρέπει μπροστά σε άλλους. Δεν ξέρουν τίποτα για εσένα πέρα ότι είσαι απόγονος της Λάμια. Δεν γνωρίζουν ούτε για το τι μπορείς να κάνεις, ούτε τι έχει συμβεί μέχρι τώρα και καλό θα ήταν να παραμείνουν τα πράγματα έτσι» μιλούσε γρήγορα δίνοντας μου να καταλάβω ότι εδώ μέσα δεν παίζουμε και με λίγα λόγια ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά.
«Και μου τα λες όλα αυτά τώρα;» είπα χαμηλόφωνα αλλά νευριασμένα.
«Δεν ήθελα να σε προϊδεάσω αρνητικά, μπορεί να είμαστε σαν οικογένεια αλλά δεν παύουμε να είμαστε μια “διαφορετική” οικογένεια και τελευταία έχουμε καταλάβει ότι υπάρχουν άτομα στην φατρία που παίζουν σε διπλό ταμπλό, γι’ αυτό πρέπει απλά να είμαστε προσεκτικοί» με καθησύχασε στο τέλος. Όμως είχε πυροδοτήσει όλες τις φοβίες μου. Προσπάθησα αμέσως να βγάλω όλες τις κακές σκέψεις από το μυαλό μου και να επικεντρωθώ στο τώρα. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να κοιτάξω για πρώτη φορά τον χώρο γύρω μου.
Είχαμε μόλις περάσει μια τεράστια σκάλα και κατευθυνόμασταν στα ενδότερα του κτιρίου. Ο χώρος ήταν νωχελικά φωτισμένος και είχες την αίσθηση ότι αυτό το κτίριο υπήρχε για χρόνια. Δεξιά και αριστερά προσπερνούσαμε πολλές κλειστές πόρτες, που μόνο η φαντασία μου μάντευε τι μπορεί να υπάρχει από πίσω. Τους τοίχους αυτού του διαδρόμου κάλυπτε μια πανέμορφη βαριά ταπετσαρία. Υπήρχαν πορτρέτα πανέμορφων ανθρώπων που κάτι μου έλεγε ότι δεν ήταν και πολύ άνθρωποι. Το βλέμμα μου είδε και ένα πίνακα του Λονδίνου πριν πολλά, πολλά χρόνια.
Σταμάτησα για λίγο μπροστά σε ένα πορτρέτο που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν μια γυναίκα.. μου θύμιζε τον εαυτό μου. Είχε κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια, καθόταν σκεπτική πάνω σε ένα βράχο, το λευκό φόρεμα της είχε ένα μόνο μανίκι και αποκάλυπτε το καλοσχηματισμένο στήθος της. Φαινόταν τόσο αθώα αλλά και τόσο πανούργα, ένα μυστήριο την τύλιγε. Ήταν πανέμορφη.
Ένιωσα τον Robert πίσω μου «Είναι η Λάμια» είπε σιγανά. Σωστά, σκέφτηκα.. δεν ήταν τυχαίο που μου είχε τραβήξει την προσοχή ο συγκεκριμένος πίνακας και σίγουρα δεν ήταν τυχαίο το ότι μου έμοιαζε τόσο αυτή η γυναίκα. Πλέον είχα ενώσει την εικόνα με την ιδέα.
Ήμουν σίγουρη ότι θα είχα αρκετό χρόνο στο μέλλον να θαυμάσω τον συγκεκριμένο πίνακα, έτσι γύρισα στην μικρή ομάδα των δύο που τώρα με κοίταζαν με περιέργεια.
Συνεχίσαμε την διαδρομή μας για να σταματήσουμε ξανά στο τέλος του διαδρόμου όπου μπροστά μας δέσποζε μία δεύτερη δίφυλλη πόρτα, όχι τόσο μεγάλη όσο της εισόδου αλλά εξίσου μεγαλοπρεπείς.
Η Roxie μας έριξε μια τελευταία πονηρή ματιά και έπειτα έσπρωξε με ευκολία την πόρτα.

Η αίθουσα ήταν μεγάλη από ότι μπορούσα να καταλάβω τουλάχιστον, δεν ήταν και εύκολο να διακρίνεις λεπτομέρειες με τόσο λιγοστό φως. Οι λάμπες που υπήρχαν γύρω στους τοίχους ίσα που φώτιζαν. Όταν επικεντρώθηκα στο κέντρο του δωματίου ένιωσα τρόμο να με διαπερνά.
Ένα τεράστιο τραπέζι δέσποζε στην μέση και ίσα με τριάντα βρικόλακες καθόντουσαν γύρω του. Το ότι ήταν όλοι βρικόλακες δεν ήταν και δύσκολο να το καταλάβω, λίγο τα ρούχα, λίγο τα μάτια, το συμπέρασμα είχε έρθει γρήγορα. Τα μάτια τον βρικολάκων στο σκοτάδι είναι λαμπερά όπως της γάτας και το ίδιο ανατριχιαστικά.
Έριξα μια γρήγορη ματιά στο τραπέζι αλλά το βλέμμα μου καρφώθηκε στην κεφαλή του τραπεζιού. Εκεί καθόταν μια γυναίκα. Μια γυναίκα που τώρα μου χαμογελούσε γλυκά. Είχε κατάλευκα μαλλιά που από ότι μπορούσα να διακρίνω έφταναν μέχρι την πλάτη της. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της θάλασσας και ήταν ντυμένη στα λευκά. Το φόρεμα της ήταν βελούδινο και βασιλικό. Το συμπέρασμα ήταν εξίσου εύκολο, όποια και αν ήταν αυτή η γυναίκα, έκανε κουμάντο εδώ μέσα.
Η Roxie κάθισε σε μια κενή θέση προς το τέλος του τραπεζιού και η γυναίκα μας έκανε νόημα να καθίσουμε και εμείς. Από ότι φαίνετε οι βρικόλακες δεν το έχουν και πολύ με την ομιλία. Ακριβώς δίπλα στην γυναίκα υπήρχε μια κενή θέση που την πήρε αμέσως ο Robert και λίγο πιο κει άλλη μια που έπρεπε να καθίσω εγώ.
Πρώτη μέρα στο Άνδρο των βρικολάκων και έπρεπε να κάτσω σε ένα τεράστιο τραπέζι με άλλους τριάντα βρικόλακες που δεν ήξερα, μέσα στα σκοτάδια …Τέλεια, σκέφτηκα.
 Ωστόσο κάθισα χωρίς να πω τίποτα και για να μην προσβάλω κανέναν κοιτάζοντας τον σαν χαζή, έριξα το βλέμμα μου στο τραπέζι το οποίο ήταν εξίσου πανέμορφο. Ήταν βαρύ όπως όλα τα άλλα εδώ μέσα και φτιαγμένο από ξύλο. Πάνω του ήταν χαραγμένα διάφορα σύμβολα που δεν μπορούσα να καταλάβω.
Φυσικά ήταν άδειο, οι βρικόλακες δεν τρώνε, πίνουν κυρίως.. τώρα το τι ακριβώς το ήθελαν το τραπέζι ένας θεός ξέρει. Από τα λίγα λεπτά που ήμουν εκεί μέσα κατάλαβα ότι μάλλον σε αυτόν τον χώρο έκαναν τα συνεδρία τους ας πούμε..
Όταν σήκωσα πάλι το βλέμμα μου είδα σχεδόν όλο το τραπέζι να με κοιτάζει. Προφανώς δεν είχαν συχνά επισκέψεις.
 Αυτή την αμήχανη στιγμή έσπασε η γυναίκα που καθόταν στο κέντρο «Αγαπητοί μου, σήμερα έχουμε την τιμή να έχουμε μαζί μας έναν εκλεκτό καλεσμένο» μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι μιλούσε για εμένα.
«Την Σελήνα» έδειξε προς την μεριά μου και όλοι με κοίταξαν με περισσότερη περιέργεια. Η γυναίκα μιλούσε για εμένα σαν να με ήξερε, η αλήθεια βέβαια ήταν ότι ίσως ήξερε περισσότερα πράγματα για έμενα από ότι εγώ η ίδια γνώριζα. Ο Robert άλλωστε μου το είχε αποδείξει αυτό πολλές φορές .«Η Σελήνα, είναι απόγονος ενός θρυλικού βρικόλακα.. της Λάμια» είπε η γυναίκα με μεγαλοπρέπεια σηκώνοντας το χέρι της.
Τα πρόσωπα γύρω στο τραπέζι σοβάρεψαν και μερικά θαρρώ σκοτείνιασαν. Μαζεύτηκα στην καρέκλα μου, περιμένοντας ότι ξαφνικά θα χιμήξουν όλοι να με φάνε για βραδινό. Όμως δεν έγινε τίποτα έτσι η γυναίκα συνέχισε να μιλά «Την καλωσορίζουμε στο σπίτι μας και ελπίζω όλοι να της δείξετε τον καλύτερο σας εαυτό» χαμογέλασε γλύκα για μια ακόμα φορά.
«Στα δικά μας τώρα» είπε σοβαρά «Όπως ήδη γνωρίζετε τα πράγματα για την οικογένεια μας είναι δύσκολα, μιας και οι εχθροί μας φροντίζουν πολύ καλά για αυτό» στην φωνή της υπήρχε ένα ίχνος θύμου «Από έγκυρες πηγές γνωρίζω ότι ετοιμάζουν κάτι πολύ μεγάλο και πρέπει να είμαστε έτοιμοι όταν αυτό θα έρθει» κοίταζε σχεδόν έναν, έναν τους βρικόλακες γύρω της «Η ημερομηνία δεν μας είναι ακόμα γνωστή αλλά κάτι μου λέει ότι πλησιάζει..» άφησε την τελευταία λέξη στον αέρα «Πρέπει να μαζέψουμε άμεσα όλους τους φίλους από τις γειτονικές πόλεις.Peter; Καθιστώ εσένα υπεύθυνο γι’ αυτό, μάζεψε όσα άτομα χρειάζεσαι και ξεκινήστε αμέσως μόλις τελειώσουμε εδώ». Απευθυνόταν σε έναν κομψό, ξανθό άντρα με κοντά μαλλιά και καλοσχηματισμένο πρόσωπο. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του θετικά και η γυναίκα συνέχισε την ομιλία της «Οι υπόλοιποι γνωρίζετε καλά τι πρέπει να γίνει» είδα κι’ άλλα κεφάλια να κουνιούνται θετικά «Πρέπει να είμαστε στην καλύτερη φόρμα όταν θα ξεσπάσει η καταιγίδα» παρότι δεν είχα ιδέα για τι ακριβώς μιλούσαν, μπορούσα μόνο να φανταστώ τι ακριβώς θα έκαναν. Η ιδέα δεν με χαροποίησε ιδιαίτερα μιας και για να είναι σε φόρμα μάλλον θα έπρεπε να πιούνε αρκετό αίμα.
«Και Robert;» τώρα απευθυνόταν στον δικό μου αγαπημένο «Η αλλαγή πρέπει να γίνει άμεσα» η έκφραση που είχε στο πρόσωπο του δεν ήταν καθόλου θετική. Ήταν σαν να υπήρχε στον αέρα μια πολύ άσχημη μυρωδιά, σαν να είχε χαλάσει κάτι. Ωστόσο συμφώνησε σιωπηλά, κουνώντας απλά το κεφάλι του. Παρόλα αυτά η γυναίκα πρόσθεσε στο τέλος «Όπως καταλαβαίνεις δεν έχουμε πολύ χρόνο» του είπε γλυκά.
Ήξερε άραγε για εμάς; Αυτό δεν μπορούσα να το συμπεράνω.. ο τρόπος που μιλούσε στον Robert ήταν σχεδόν στοργικός και αν δεν ήξερα αρκετά καλά τον Robert θα έλεγα και ερωτικός..  Αυτό δεν μου άρεσε ιδιαίτερα αλλά το προσπέρασα δεδομένης της κατάστασης. Αυτό όμως που δεν μου άρεσε καθόλου και δεν μπορούσα με τίποτα να προσπεράσω, ήταν όταν αποφάσιζαν για έμενα χωρίς εμένα.
«Συγνώμη» είπα απότομα και όλοι ξαφνικά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το μέρος μου «Δεν ήθελα να σας διακόψω..» άφησα την λέξη μου να κρέμεται μιμούμενη τον καθώς πρέπει τρόπο που είχε η γυναίκα, απευθυνόμενη σε εκείνη και δίνοντας της να καταλάβει ότι δεν ήξερα καν το όνομα της.
 Κάποιοι με κοίταξαν σαν να μου έλεγαν πως τόλμησα να διακόψω. Εκείνη το έπιασε αμέσως και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της «Μα φυσικά» είπε «Μεγάλη αγένεια εκ μέρους μας να μην συστηθούμε» είπε χαμογελώντας και χωρίς να απομακρύνει στιγμή το βλέμμα της από επάνω μου «Συχώρεσε μας, γνωρίζουμε ήδη τόσα πολλά για εσένα και εσύ από την άλλη δεν ξέρεις τίποτα για εμάς. Είμαι η Shatrina White και αυτοί εδώ είναι η οικογένεια μου» μου έδειξε τους βρικόλακες γύρω της.
Έπεσε σιωπή, όμως μάζεψα ξανά τις σκέψεις μου και ξαναμίλησα «Χαίρω πολύ, Shatrina» είπα χωρίς να χάσω τους καλούς τρόπους μου. Το βλέμμα μου έπεσε αμέσως στον Robert, ο οποίος με κοιτούσε σαν να μου έλεγε ότι αυτό που πας να κάνεις είναι τεράστιο λάθος, τα ματιά του τα έλεγαν όλα, να μην μιλήσω, εγώ όμως ήμουν πάντα ξεροκέφαλη..
«Όπως είπα και προηγουμένως δεν ήθελα να σας διακόψω αλλά μιας και μιλάτε για εμένα θα έπρεπε να πω και εγώ την γνώμη μου. Δεν νομίζεις; Μόλις έμαθα..» οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα μου χωρίς καν να τις σκεφτώ και είχα ήδη μετανιώσει την παρέμβαση μου.
Η Shatrina με κοίταξε με συγκαταβατικότητα και μίλησε πριν προλάβω να τελειώσω «Μα φυσικά καλή μου, είναι απόλυτα κατανοητό..» κοίταξε με νόημα τον Robert σαν να του έλεγε ότι τα είχε κάνει θάλασσα «Σελήνα, αν δεν σε πειράζει θα συζητήσουμε αυτό το θέμα αργότερα οι δύο μας. Τώρα πρέπει να λύσουμε σημαντικότερα θέματα» κούνησε το χέρι της σαν να ήθελε να τινάξει κάτι ενοχλητικό από πάνω της και συνέχισε να δίνει οδηγίες προς κάθε κατεύθυνση.
 Αυτή την φορά κάθισα ήσυχη στην καρέκλα μου και δεν ξαναμίλησα για όλο το υπόλοιπο αυτής της φοβερής συνεδρίασης.
Πολλά άκουγα λίγα καταλάβαινα και ακόμα λιγότερα πίστευα. Μιλούσαν και παρότι που θα έπρεπε να με δυσκολεύει το ξένο της γλώσσας, αυτό που με δυσκόλευε περισσότερο ήταν αυτά που έλεγαν. Άκουσα πολλές φορές το όνομα Dasian και φάνηκε αυτός ο άντρας ήταν το κύριο και το μεγαλύτερο πρόβλημα τους. Μέτα από κάποια στιγμή παρέδωσα τα όπλα διότι απλά δεν έβγαζα άκρη. Απλά ήθελα να πιστέψω ότι στο κοντινό μέλλον θα μου εξηγούσε κάποιος και θα καταλάβαινα.
Όταν επιτέλους τελείωσαν είχα νυστάξει για τα καλά και επιπλέον είχα βαρεθεί. Η βραδιά είχε καταλήξει άκρως απογοητευτική. Αν σκεφτείς ότι ερχόμενη σε αυτό το μέρος μου είχαν κοπεί τα πόδια, αυτή την στιγμή απλά αδιαφορούσα για ότι συνέβαινε γύρω μου. Έχωνα τα δάχτυλα μου στα ανάγλυφα σύμβολα του τραπεζιού, ακλουθώντας τα, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η αίθουσα είχε αδειάσει και ο Robert μου μιλούσε. Σηκώθηκα απότομα και τον αντίκρισα.
«Λοιπόν;» είπα βαριεστημένα «Τι άλλο έχει το μενού απόψε;» είπα ειρωνικά.
«Σου φαίνονται αστεία όλα αυτά;» μου είπε εκνευρισμένα και έδειξε γύρω του. Έβλεπα τα μάτια του να γυαλίζουν στο σκοτάδι και το απειλητικό του ύφος να με διαπερνά.
«Καθόλου αστεία» είπα αμυνόμενη «Λίγο βαρετά, ίσως» γύρισα το κεφάλι μου συλλογιζόμενη.
«Βαρετά;» επανέλαβε την λέξη σαν να ήθελε να καταλάβει τι του είχα πει μόλις τώρα. Είχε αρχίσει να εξοργίζετε.«Βαρετό βρίσκεις εσύ ότι από μέρα σε μέρα μπορεί όλα αυτά να έχουν γίνει στάχτη και να χαθούν μια για πάντα;» είπε δείχνοντας ξανά γύρω του. «Ότι όλοι όσοι συνάντησες και γνώρισες αυτό το βράδυ μπορεί  να εξαφανιστούν με μια ανάσα;» σχεδόν έφτυνε τις λέξεις από το στόμα του και μπορούσε να γίνει αρκετά δραματικός, αν το ήθελε. Ήταν πραγματικά πολύ εκνευρισμένος και το χειρότερο ήταν ότι δεν είχα καταλάβει τον λόγο.
Μάσησα τα λόγια μου αλλά μετά από λίγο όρθωσα το ανάστημα μου, όχι δεν θα γινόμουν η γυναικούλα που με το που της φωνάζει ο άντρας και κάθετε κότα.
 «Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά τι περιμένεις από εμένα» φώναξα με λύσσα «Δεν έχω κανένα κουμπί ελέγχου για να το πατήσεις! Συγνώμη που έχω γνώμη και μιλάω όταν άλλοι κανονίζουν για εμένα χωρίς εμένα. Συμφώνησα σε όλο αυτό αλλά θα γίνει με τους δικούς μου όρους είτε σας αρέσει είτε όχι..» του είπα χώνοντας το δάχτυλο μου στο στέρνο του χτυπώντας τον επιδεκτικά. Εκείνος με κοιτούσε απειλητικά αλλά δεν σταμάτησα.
«Μπορείς να το πεις και στην αγαπημένη σου αυτό, ή νομίζεις ότι δεν πρόσεξα πως σε κοιτούσε;» όταν τελείωσα δεν είχα καταλάβει καν πόσο θυμό έκρυβα μέσα μου. Είχα πέσει στην παγίδα που πέφτει κάθε γυναίκα, είχα υποκύψει στην ζήλια μου.
«Τώρα φέρεσαι παράλογα» είχε ρίξει τους τόνους ωστόσο ήταν ακόμα αρκετά εκνευρισμένος μαζί μου και προσπαθούσε να το γυρίσει, άσκοπα φυσικά.
«Σωστά..» είπα κουρασμένα «Εγώ φέρομαι παράλογα όχι όλοι εσείς που με κοιτάτε σαν εξωγήινο και θέλετε να τελειώσετε έτσι απλά την ζωή μου, σαν να είναι το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να γίνει..» μόνο όταν το είπα φωναχτά κατάλαβα ότι όντως για αυτούς ήταν εύκολο.
«Νομίζεις ότι εμένα μου αρέσουν όλα αυτά;» είπε ενοχλημένα «Ότι την βρίσκω;» τα μάτια του με τρυπούσαν και ήθελα να σταματήσει να με κοιτάει, αυτή την στιγμή ήθελα να σταματήσει να υπάρχει.
«Ειλικρινά; Ναι, νομίζω ότι αντίθετα εσείς τα βρίσκετε όλα αυτά ένα παιχνίδι» τόνισα την λέξη «εσείς» για να τον πικάρω.«Διότι πολύ απλά δεν έχετε με τίποτα άλλο να κάνετε με την αιωνιότητα σας. Εσείς βαριέστε πιο πολύ και από εμένα..Αυτό νομίζω» ξεφύσησα τις τελευταίες λέξεις μιας και δεν είχα πάρει ανάσα όση ώρα μιλούσα.
 Εντάξει αυτό ήταν κακία και το μετάνιωσα την ίδια στιγμή που το είπα. Μπορεί να το νόμιζα αυτό για τους άλλους, άλλα ο Robert δεν ήταν σαν τους άλλους. Όταν είδα το ύφος του το μετάνιωσα ακόμα περισσότερο. Αν  μπορούσε θα με είχε χαστουκίσει αλλά δεν το έκανε. Για λίγες στιγμές με κοίταξε και ξαφνιάστηκα ιδιαιτέρως με την επόμενη κίνηση του και ευχήθηκα να με είχε χαστουκίσει…

Με άρπαξε από το μπράτσο και άρχισε να με τραβάει έξω από το δωμάτιο, περπατούσε τόσο γρήγορα που κόντεψα να πέσω  τρείς φορές αλλά και τις τρεις με πρόλαβε με βιαιότητα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να βγάζω ήχους απόγνωσης. Ποτέ ξανά δεν μου είχε φερθεί έτσι.
Βγήκαμε έξω στον μουντό ουρανό του Λονδίνου από μια άλλη πόρτα και βρεθήκαμε σε ένα στενάκι. Άρχισα να πιστεύω ότι όπου να ναι θα ερχόταν το τέλος μου, χωρίς επιστροφή, αλλά έδιωξα αυτήν την σκέψη αμέσως. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου κάνει κακό ο Robert, είχε αισθήματα για μένα. Αν και αυτήν την στιγμή αμφέβαλα, αμφέβαλα πολύ..
Μπήκαμε σε ένα άλλο στενό και περάσαμε άλλο ένα, ξαφνικά άκουσα ένα κρακ και κοίταξα κάτω, το τακούνι μου είχε σπάσει. Με σταμάτησε και με βία έσπασε και το άλλο τακούνι «ΆΣΕ ΜΕ» του φώναξα, πολεμώντας τον, μα δεν απάντησε μόνο συνέχισε να με σέρνει. Τα πράγματα είχαν πάρει πολύ .. μα  πάρα πολύ άσχημη τροπή.
Σταματήσαμε σε ένα στενό και με πίεσε στον τοίχο σαν να μου έλεγε κάτσε ακίνητη , γύρισε απότομα προς τον δρόμο και αφουγκράστηκε γύρω του. Εγώ έπιασα το μπράτσο μου.. Σίγουρα αύριο θα είχα μια μεγάλη μελανιά αλλά αυτό ήταν το μικρότερο πρόβλημά μου αυτή την στιγμή.
Με μια κίνηση τον είδα να εξαφανίζετε και να εμφανίζετε πάλι με έναν άντρα γύρω από τα μπράτσα του. Του είχε κλείσει το στόμα και είχε τραβήξει τον λαιμό του κοντά στα χείλη του. Το μόνο που πρόλαβα να ψελλίσω ήταν «Μη..».
Πριν τον δαγκώσει μου έριξε μια ματιά για να βεβαιωθεί ότι κοιτάζω και προχώρησε.. Τα λεπτά που πέρασαν μου φάνηκαν σαν αιωνιότητα, όμως αυτό που είχε κάνει ήταν πραγματικά άνευ ουσίας. Είχε πιεί ήδη μια φορά από εμένα όποτε το όλο θέαμα δεν μου προξένησε μεγάλο σοκ.
Όταν τελείωσε τον είδα να αγκομαχά από λύσσα και ευχαρίστηση και τον άντρα να νιώθει ανακούφιση που όλο αυτό είχε τελειώσει παρά την παραζάλη που σίγουρα ένιωθε. Όμως δεν είχε τελειώσει, το έβλεπα στα μάτια του..Που να ήξερε αυτός ο άντρας  τι του έμελε να πάθει. Αυτό που ήρθε στην συνέχεια έπιασε και εμένα προ εκπλήξεως…
Ξαφνικά είδα τον Robert να αρπάζει τον λαιμό του άντρα και να τον γυρνάει με δύναμη. Ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό κρακ και το επόμενο δευτερόλεπτο ο άντρας βρισκόταν πεσμένος στον δρόμο σαν σακί..
 Αηδίασα… Ένιωσα τα σωθικά μου να με καίνε .. Ήθελα να ουρλιάξω αλλά δεν έβγαινε φωνή..
Δεν μπορούσα να το πιστέψω .. έτσι απλά τον είχε δολοφονήσει. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι δεν υπήρχε ίχνος μεταμέλειας στο πρόσωπο του, λες και είχε κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Όταν βρήκα την φωνή μου πήγα να ουρλιάξω αλλά με σταμάτησε.. Με είχε κλειδώσει από πίσω για να μην μπορώ να κουνηθώ και μου μιλούσε χαμηλόφωνα στο αυτί.
«Σου είπα ότι δεν σκοτώνουμε κάποιον όταν του πίνουμε το αίμα άλλα δεν σου είπα ποτέ ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε εάν το θελήσουμε» είχε ακόμα το χέρι του στο στόμα μου αλλά το έβγαλε όταν κατάλαβε ότι δεν θα έκανα τίποτα. Τι μπορούσα να κάνω άλλωστε; Για μένα ο Robert αυτή την στιγμή είχε πεθάνει μαζί με αυτόν τον άντρα. Τραβώντας την ζωή του χωρίς λόγο και αιτία απλά για να μου αποδείξει κάτι.. Είχε φύγει και αυτός μαζί του. Δεν το χωρούσε καν το μυαλό μου.
Άρχισα να κλαίω στην αρχή σιγά και έπειτα πιο δυνατά και ύστερα με λυγμούς..απλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Δεν μπορούσα ούτε να σταθώ όρθια έτσι έπεσα στα γόνατα μου αδιαφορώντας για τα σημάδια που θα είχα αύριο στα πόδια μου από την άσφαλτο. Εκείνη την στιγμή ήθελα να πεθάνω και εγώ.. πότε άλλοτε δεν το είχα ευχηθεί αυτό. Ούτε όταν κατάλαβα ότι θα ζούσα για όλη μου την ζωή μου χωρίς γονείς.. Τώρα όμως δεν έβλεπα τίποτα όμορφο γύρω μου. Όλα είχαν παγώσει..
Μετά από λίγο και αφού είχε εξαφανιστεί για αρκετά λεπτά ήρθε να με μαζέψει. Όταν ένιωσα τα χέρια του στα μπράτσα μου τα τίναξα με δύναμη. Δεν ήθελα ούτε να με ακουμπάει, αν τολμούσε να με τραβήξει για μια ακόμα φορά θα τον σκότωνα εγώ αυτή την φορά, μια για πάντα. Στάθηκα όρθια με δυσκολία και όταν βρήκα την ισορροπία μου στα κατεστραμμένα παπούτσια μου, ξεκίνησα να περπατώ χωρίς να ξέρω στην ουσία που πηγαίνω.
Χάθηκα αρκετές φορές μέχρι να βρω έναν κεντρικό δρόμο αλλά σε όλη την διάρκεια δεν είπε τίποτα για να με καθοδηγήσει. Απλά περπατούσε πίσω μου ενώ εγώ μάζευα τα δάκρυα και τους λυγμούς μου.
Έκανα νόημα σε ένα ταξί και μπήκα μέσα. Τον ένιωσα να κάθετε δίπλα μου αλλά δεν γύρισα καν να τον κοιτάξω.
Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μας, σωριάστηκα στην άκρη του κρεβατιού με δύναμη και πέταξα τα παπούτσια μου με θυμό προς την μεριά του. Δεν κοίταξα καν αν τον πέτυχα διότι ήμουν σίγουρη ότι δεν τον είχα, ωστόσο το μήνυμα το είχε πάρει. Έμεινα για αρκετά λεπτά καθισμένη να κοιτάζω το κενό. Με πλησίασε και γονάτισε μπροστά μου .. τον χαστούκισα.. ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω μετά από όλα αυτά. Το ξέρω ότι δεν πόνεσε αλλά το μήνυμα το είχε πάρει.
«Συγνώμη» ψέλλισε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του, εν μέρει ήξερε ότι του άξιζε. Δεν μίλησα, τι είχα να πω άλλωστε; Μάλλον δεν ήξερα τι να πω. Απλά σύρθηκα μέχρι την κεφάλι του κρεβατιού και έκλεισα τα μάτια μου.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Νεράιδες και Παιδιά του Ήφαιστου..



 Όταν άνοιξα την πόρτα, το σκηνικό δεν είχε αλλάξει πολύ. Ο Μάριος καθόταν δίπλα στην Μαρία και εκείνη ήταν στο ίδιο σημείο, με την ίδια έκφραση πόνου.
Την πλησίασα και γύρισα απότομα προς τον Μάριο «Τι έγινε;» τον ρώτησα θυμωμένα, κατηγορώντας τον με το ύφος μου «Τι της έκανες;» εκείνος σηκώθηκε και με κοίταξε στα μάτια.
«Δεν της έκανα τίποτα» μου φώναξε. Ήταν έτοιμος να μου χιμήξει και δεν θα έκανα πίσω, από την αρχή δεν το χώνευα αυτόν τον τύπο, είχε έρθει η στιγμή να του το δείξω εμπράκτως.
«Ξέρεις, έχω δείρει πολλά αγοράκια, σαν εσένα» του είπα απειλητικά και ήταν αλήθεια.   Το να μεγαλώνεις σε ορφανοτροφείο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Είχα παίξει ξύλο περισσότερες φορές από αυτές που θα ήθελα να παραδεχτώ. Ήμουν σίγουρη ότι τους είχα αφήσει ανεξίτηλες αναμνήσεις όπως είχαν αφήσει και εκείνοι σε εμένα.
 Δεν είπε τίποτα αλλά είδα το χέρι του να σηκώνετε, για να με χτυπήσει.  Ο Robert σαν αστραπή, μπήκε ενδιάμεσα μας και σταμάτησε το χέρι του στον αέρα, πριν προλάβει να τελειώσει την κίνηση του. Αμέσως μετά τον είδα να παγώνει ..«Άφησε τον!» του φώναξα. Ήμουν σίγουρη ότι του είχε ρίξει πάλι το αόρατο δίχτυ, όπως είχε κάνει και την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί με τον Robert.
«Σταματήστε όλοι σας» αυτή την φορά ακούστηκε μια απεγνωσμένη κραυγή. Ήταν της Μαρίας. Η οποία είχε κουλουριαστεί στο ίδιο σημείο, αφού πρώτα μας είχε συνεφέρει.
 Όλοι υποχώρησαν και γύρισαν προς την κατεύθυνση της.
Πήγα να την πλησιάσω, αλλά ο Robert με σταμάτησε, γύρισε στο Μάριο και του είπε «Μπορώ να την βοηθήσω» με αυτοπεποίθηση. Ο Μάριος του έκανε ένα νεύμα και έκατσε δίπλα της. Την γύρισε απαλά, προς το μέρος μας «Σελήνα, καλύτερα να φύγεις από το δωμάτιο» μου είπε, κοιτώντας με στα μάτια.
«Δεν πάω πουθενά» του είπα με πείσμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω μόνη της. Ξαφνικά είδα το δέρμα της Μαρίας να αλλάζει χρώμα και να μετατρέπετε σε χρυσό. Δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει.
«Τι θα της κάνεις;» τον ρώτησα με φόβο.
«Θα τις δώσω λίγο από το αίμα μου» είπε αμέσως, λες και ήξερε τι θα τον ρωτούσα. Ξαφνικά άρχισαν οι κυνόδοντες του να μακραίνουν. Ήταν απίστευτο να τον βλέπω έτσι, έμοιαζε με άγριο θηρίο.
Την ώρα που ήταν έτοιμος να δαγκώσει το σημείο όπου περνούσαν οι περισσότερες φλέβες από το χέρι του, τον σταμάτησα. «Περίμενε!» είπα λαχανιασμένα, λες και μόλις είχα τρέξει εφτά χιλιόμετρα «Αν πιει από το αίμα σου, μπορεί να γίνει σαν εσένα;» μόλις τελείωσα την ερώτηση μου, είδα τον Μάριο να πανιάζει.
«Πρέπει να πεθάνεις για να γίνεις σαν εμένα» είπε ψυχρά, έβλεπε στο βλέμμα μου ότι δεν μου άρεσε και τόσο, αυτό που ήταν.
«Δηλαδή όταν πεθάνει θα γίνει..;» το μυαλό έτρεχε μίλια μακριά, και καλά, καλά δεν ξέραμε τι της συνέβαινε.
«Όχι» με διέκοψε «Η Μαρία από σήμερα θα γίνει κάτι άλλο» είπε και την κοίταξε τρυφερά. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα, και ένιωσα μέσα μου ένα τσίμπημα. Δεν μίλησε κανείς για λίγο και έπειτα πήρε ξανά τον λόγο ο Robert «Η Μαρία θα γίνει Νεράιδα..» είπε και την ξανακοίταξε, εκείνη του χαμογέλασε πονεμένα.
Ο Μάριος και εγώ είχαμε μείνει να τους κοιτάζουμε, όμως διέκρινα στο πρόσωπο του τρόμο και σιγά, σιγά άρχισε να υποχωρεί με το βήμα του προς τα πίσω, τον κοίταξα μπερδεμένη.
 «Δεν το ήξερες;» τον ρώτησε ο Robert  ήρεμα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έπεσε δυστυχισμένα στην πολυθρόνα.
«Ναι, είμαι και εγώ εδώ» είπα νευριασμένα «Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, τι στο καλό σημαίνει αυτό;» κοιτούσα μια τον έναν και μια τον άλλον, αλλά κανείς δεν μιλούσε. Όταν πήγα να ξανά ανοίξω το στόμα μου, ο Robert με σταμάτησε αυταρχικά «Όχι τώρα» και γύρισε σε αυτό που έκανε πριν.
Δάγκωσε με δύναμη το χέρι του και στην θέα αυτού, γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξανακοίταξα.. η Μαρία έπινε αργά από το χέρι του. Μετά  από λίγο την σταμάτησε τρυφερά «Είναι αρκετό» της είπε γλυκά και την βοήθησε να καθίσει. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» την ρώτησε μισό λεπτό αργότερα.
«Μια χαρά, σε ευχαριστώ» του απάντησε εκείνη, το ίδιο γλυκά.
«Η Σελήνα θα σε βοηθήσει να μαζέψεις τα πράγματα σου. Πρέπει να γυρίσεις στην γενετήρια σου, απόψε» γύρισε και κοίταξε τον Μάριο «Θα την πας εσύ» του είπε. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και μας διέταζε όλους, σύμφωνα με αυτά που έπρεπε να γίνουν.
Εκείνος δίσταζε να συμφωνήσει, για τον αν θα την πήγαινε στην Νεράιδα και φαινόταν ότι άρχιζε να εκνευρίζει τον Robert «Δεν χρειάζεται να το μάθουν οι υπόλοιποι» του είπε θυμωμένα.
Αμέσως πετάχτηκε η Μαρία «Ποιοι υπόλοιποι;» φαινόταν ανήσυχη, δεν φαινόταν να είχε παρατηρήσει την προηγούμενη συζήτηση τους. Εγώ είχα παραδώσει τα όπλα σε αυτή την υπόθεση, δεν καταλάβαινα τίποτα απολύτως.
«Θα μιλήσετε στον δρόμο» της είπε ήρεμα ο Robert «Αυτή την στιγμή, πρέπει να ετοιμαστείς όσο πιο γρήγορα γίνετε» την βοήθησε να σηκωθεί και την έφερε προς το μέρος μου.
Την πήρα από το χέρι και την βοήθησα να πάμε στο δωμάτιο της. Το χρώμα της δεν είχε αλλάξει. Το αίμα του Robert είχε βοηθήσει μάλλον μόνο στον πόνο. Έκατσε στο κρεβάτι και άρχισε να μου δίνει οδηγίες, για το τι να βάλω στην βαλίτσα της. Μόλις τελειώσαμε έκατσα δίπλα της, δεν μπορούσα να μην την ρωτήσω για όλα αυτά και εκείνη δεν ξαφνιάστηκε όταν το έκανα.
«Το ήξερα από μικρή. Απλά δεν ήξερα αν θα συμβεί σίγουρα. Ξέρεις, αυτά τα πράγματα σου φαίνονται απίστευτα, ακόμα και όταν είσαι πέντε χρονών και βλέπεις μεγάλα όμορφα κορίτσια με διάφανα φτερά. Τότε μας φαινόντουσαν όλα σαν παραμύθι. Φυσικά μου έχουν εξηγήσει τα πάντα για την φυλή μας» γελούσε, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο όμορφη ήταν.
Δίστασα να κάνω την επόμενη ερώτηση, αλλά την έκανα ούτως η άλλως «Για τον Robert, ήξερες;».
«Όχι μέχρι σήμερα. Όταν αρχίζει η μετάλλαξη, αρχίζεις να αναγνωρίζεις τα άλλα πλάσματα, θα μου πάρει χρόνο. Μα καλά, πως έμπλεξες έτσι;» με ρώτησε γλυκά, δεν μπορούσα να κρατήσω το χαμόγελο μου.
 «Ούτε εγώ ξέρω» της είπα θλιμμένα «Πρέπει να φύγω και εγώ. Θα πάμε στην Κρήτη, να συναντήσουμε μια ιέρεια. Θα μας δώσει ένα χρησμό..» δεν μπορούσα και εγώ η ίδια να πιστέψω, αυτά που έλεγα.
Η Μαρία με κοίταζε, με ανοιχτό το στόμα «Θα συναντήσεις την Μεγάλη Ιέρεια;» με ρώτησε, με θαυμασμό.
«Ναι, γιατί την ξέρεις;» μου ακούστηκε τόσο χαζή η ερώτηση μου, αλλά τώρα ήταν αργά, την είχα ήδη ξεστομίσει.
«Μα φυσικά! Όχι αυτοπροσώπως, αλλά στις μέρες μας έχουν μείνει μόνο δύο. Η μια είναι στους Δελφούς και η άλλη στην Κρήτη. Ξέρεις είναι μεγάλη τιμή να συναντήσεις την Μεγάλη Ιέρεια; Θα έπρεπε να νιώθεις πολύ περήφανη.. αλλά γιατί θα την συναντήσεις;» μου θύμιζε την παλιά καλή, ανέμελη Μαρία. Που πετούσε τις ερωτήσεις, την μια μετά την άλλη και παραμιλούσε μόνη της, δίχως να περιμένει απάντηση.
Της χαμογέλασα ξανά, αλλά το χαμόγελο μου έσβησε μόλις συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να της πω, ότι υπήρχε περίπτωση, να μην την ξαναέβλεπα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Ναι, ξέρεις έχουμε ένα πρόβλημα» προσπαθούσα να της το φέρω απ’ έξω, απ’ έξω «Υπάρχει περίπτωση να είμαι απόγονος ενός αρχαιοελληνικού βρικόλακα» βούλιαξα ακόμα περισσότερο στο κρεβάτι. Η Μαρία είχε σαστίσει, και δεν φαινόταν να μπορεί, να πει κάτι. «Ακριβώς έτσι αντέδρασα και εγώ..» της είπα, νευρικά.
Στο τέλος είπε «Κοίτα, αν αυτή είναι η μοίρα σου.. δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Δηλαδή κοίτα εμένα» είπε γελώντας, με αγκάλιασε τρυφερά «Όπως και να έχει, εμείς δεν θα χωριστούμε ποτέ» είπε στο τέλος.
Τώρα πως θα τις το έλεγα; Πήρα μια βαθιά ανάσα και την κοίταξα στα μάτια «Αν όντως είμαι απόγονος αυτού του βρικόλακα, πρέπει να ακολουθήσω τον Robert» της είπα, με παράπονο «Στο Λονδίνο». Ένιωσα ένα δάκρυ να κυλάει και να βρίσκει το τέλος του στο στόμα μου, αυτή η αλμύρα έμοιαζε γλυκιά αυτή την στιγμή.
«Άκου» μου είπε με αποφασιστικότητα «Πήγαινε στην Κρήτη να δεις τι ακριβώς συμβαίνει, θα πάω και εγώ στα Τρίκαλα να τελειώσω την μετάλλαξη και μετά βλέπουμε..» μόνο που με άγγιξε ένιωσα πολύ καλύτερα. Συμφώνησα σιωπηλά μαζί της και κάτσαμε για λίγα λεπτά, χωρίς να μιλάμε. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Robert «Μαρία, πρέπει να φύγεις» της είπε ήρεμα και την βοήθησε, να σηκωθεί.
Μόλις μπήκαμε στο σαλόνι, όπου βρισκόταν ακόμα ο Μάριος, είδα προς μεγάλη μου έκπληξη την Μαρία να γουρλώνει τα μάτια της.
 «Μαρία;» ξεκίνησα να λέω, αλλά ο Robert μου έκλεισε το στόμα. Η Μαρία πλησίασε αποφασιστικά τον Μάριο και τον κοίταξε με αηδία. Στο τέλος του έδωσε ένα χαστούκι που ήχησε σε όλο το δωμάτιο και για άλλη μια φορά εκείνη την μέρα, είχα μείνει να κοιτάζω, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα..
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Τι παιχνίδι παίζεις;» του φώναζε, η φωνή της ακουγόταν ξένη, ο Robert την πλησίασε, για να την ηρεμήσει.
«Δεν το ήξερα» της είπε ο Μάριος, φαινόταν πληγωμένος. Βασικά είχε το μαύρο του το  χάλι και υπό άλλες συνθήκες θα χαιρόμουν, αλλά τώρα απλά τον λυπόμουν.
«Δεν θέλω να με πάει εκείνος!» η Μαρία είχε γυρίσει προς τον Robert και του φώναζε,     σαν μικρό παιδί που δεν του κάνουν το χατίρι.
«Άφησε τον να σου εξηγήσει» της είπε γλυκά ο Robert «Πρέπει να μιλήσετε» εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά στο τέλος υποχώρησε.
Αυτό που μου την έδινε περισσότερο, ήταν ότι σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, ο Robert μπορούσε να της σταθεί καλύτερα από μένα. Όταν ηρέμησαν για μια ακόμη φορά τα πνεύματα, ο Robert πήρε στην αγκαλιά του την Μαρία, αφού δεν μπορούσε να περπατήσει ακόμα και έφυγε, με τον Μάριο να τους ακολουθεί με την βαλίτσα στο χέρι και την ουρά στα σκέλια.
Όταν πια είχα μείνει μόνη μου στο σπίτι, έριξα μια ματιά γύρω μου. Όλα έμοιαζαν ξένα,   σαν να μην είχα ζήσει εκεί μέσα για τέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Η Μαρία θα γινόταν Νεράιδα..
Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα μπορούσα να το φανταστώ, γενικά δεν θα μπορούσα να φανταστώ αυτή την εξέλιξη στην ζωή μας. Με έναν περίεργο τρόπο όμως, όλοι συνδεόμασταν, είχαμε κάτι κοινό, ήμασταν όλοι φρικιά. Γέλασα στην ιδέα.
Ένας βρικόλακας, μια νεράιδα, ένα παιδί του Ήφαιστου και μια απόγονος της Λάμια.
Ο Robert  τώρα είχε επιστρέψει και με κοίταζε που χαμογελούσα «Σου φαίνετε κάτι αστείο;» με ρώτησε, με μισό χαμόγελο.
 Ξαφνικά ξέσπασα σε γέλια, είχα διπλωθεί στην μέση του δωματίου και δεν μπορούσα να αναπνεύσω από τα γέλια. Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αυτή την στιγμή, εγώ θα μπορούσα να γελάω με όλα αυτά;
Μέτα από λίγα λεπτά σοβάρεψα απότομα, ο Robert με κοιτούσε σαν να ήμουν από άλλο πλανήτη «Μπορείς τώρα να μου εξηγήσεις, τι στο καλό έγινε σήμερα εδώ;» τον ρώτησα ξεφυσώντας.
«Η Μαρία θα γίνει Νεράιδα» μου είπε ψυχρά.
«Ναι, αυτό το έπιασα» του είπα νευριασμένα «Για τα υπόλοιπα, σε ρωτάω» κάθισα με φόρα στον καναπέ και πήρα άλλη μια ανάσα.
«Οι νεράιδες είναι πλάσματα της φύσης και τα παιδία του Ήφαιστου εκτός από το να αιχμαλωτίζουν τους εχθρούς τους με το αόρατο δίχτυ, η κύρια δύναμη τους είναι η Φωτιά» άφησε την τελευταία λέξη να κρέμεται «Οι Νεράιδες, με τα παιδιά του Ήφαιστου είναι ορκισμένοι εχθροί» είπε τελειώνοντας και κάθισε και εκείνος κουρασμένα στην  πολυθρόνα.
Τώρα είχαν αρχίσει να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Για αυτό τον είχε χαστουκίσει και εκείνος της είχε πει ότι δεν το γνώριζε, αλλά ούτε εκείνη το ήξερε μέχρι σήμερα. Μέχρι      να βγει από το δωμάτιο της, δεν είχε καταλάβει. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και έκλεισα τα μάτια μου, τα ένιωθα να τσούζουν. Σαν να είχα δει τηλεόραση, για δέκα ώρες συνεχόμενα.
«Θα είναι ασφαλής μαζί του;» τον ρώτησα μετά από λίγα λεπτά.
«Έτσι πιστεύω, την αγαπάει. Αλλά σίγουρα θα έχουν πολλά προβλήματα, αν αποφασίσουν να είναι μαζί τελικά» είπε σκεπτικός.
Ένιωθα πολύ κουρασμένη, παρότι δεν είχα δουλέψει σήμερα, ήταν από τις πιο κουραστικές μέρες τις ζωής μου. Σηκώθηκα από τον καναπέ και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Μπήκα μέσα μισοκλείνοντας την πόρτα, ήθελα λίγο προσωπικό χώρο, ήθελα απελπιστικά να κοιμηθώ. Κάθισα στο κρεβάτι και έβγαλα τα παπούτσια μου, η ανακούφιση με συνεπήρε για λίγα λεπτά και ξανά έκλεισα να μάτια μου.
 Όταν τα άνοιξα ο Robert είχε μπει στο δωμάτιο «Θα ήθελα να κοιμηθώ» του είπα κουρασμένα.
Φάνηκε να ενοχλείτε για ένα λεπτό και έπειτα μου είπε «Εντάξει» κάθισε δίπλα μου και με πήρε στην αγκαλιά του. Καθώς χώθηκα στο στέρνο του ένιωσα κούραση να με κυριεύει ξανά, άλλο λίγο και θα κοιμόμουν.
 «Αύριο το βράδυ φεύγουμε» είπε απαλά «Δεν ξέρω πόσες μέρες θα χρειαστεί να μείνουμε στην Κρήτη, για αυτό καλύτερα πάρε μαζί σου ότι μπορεί να χρειαστείς. Θα μιλήσουμε και αύριο» μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε.
Ξεντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και ξάπλωσα, όμως ο ύπνος δεν μπορούσε να με βρει. Είχα χαθεί στις γωνίες του μυαλού μου, προσπαθώντας να μην νιώθω αχνός για την  αυριανή μέρα που θα ερχόταν. Κάποια στιγμή κατάφερα να αδειάσω το μυαλό μου και όχι τόσο ώστε να κάνω προβολή αλλά τόσο, όσο χρειάζεται κάποιος να νιώσει ξεγνοιασιά.. και ο ύπνος με βρήκε.