Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Don't let go


Τα τακούνια από τις γόβες μου αντηχούσαν στους τοίχους των γύρω κτιρίων λες και περνούσε ολόκληρη στρατιά. Σαν να ήθελα να κάνω αισθητή την παρουσία μου, ναι πέρασα και εγώ από εδώ
 Ο Robert περπατούσε με γοργό βήμα και έστριβε στα στενά του Λονδίνου με απέραντη ευκολία. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις ακόμα και αν δεν το ήξερες ότι είχε ζήσει και μεγαλώσει εδώ. Θα μπορούσε να με πάει στο «Άνδρο» των βρικολάκων ακόμα και με κλειστά μάτια.
Υπό άλλες συνθήκες θα είχα λαχανιάσει, δυσανασχετήσει αλλά η έξαρση της αποψινής βραδιάς δεν με άφηνε να νιώσω τίποτα από όλα αυτά. Το άγνωστο με άναβε, με αναστάτωνε η ιδέα του τι μπορεί να συναντούσα και να έβλεπα απόψε.
Πως θα ήταν οι υπόλοιποι βρικόλακες; Μέχρι τώρα ο μόνος βρικόλακας που είχα γνωρίσει ήταν ερωτευμένος μαζί μου, δεν είχα μέτρο σύγκρισης. Πως θα έβλεπαν τον ερχομό μιας θνητής ξένης;  Στριφογυρνώντας όλες αυτές οι σκέψεις στο κεφάλι μου που δεν κατάλαβα ούτε καν πως είχαμε βρεθεί έξω από ένα θεόρατο κτίριο.
Αν και νύχτα, μπορούσα εύκολα να διακρίνω την απίστευτη ομορφιά του. Άφησα το χέρι του Robert και έδωσα στον εαυτό μου λίγα λεπτά να χωνέψει το μέγεθος του κτιρίου. Ήταν τεράστιο, έπιανε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, είχε το χρώμα του φεγγαριού όταν βρισκόταν σε πλήρη σχηματισμό. Η αρχιτεκτονική του ήταν αυστηρή και βαριά. Μεγάλες κολώνες, ορθογώνια παράθυρα, όμως τίποτα από όλα αυτά δεν πρόδιδε το τι βρισκόταν μέσα. Πάω στοίχημα ότι κανένας από τους περαστικούς δεν είχε καν σταθεί για να κοιτάξει το κτίριο. Έτσι είναι οι ρυθμοί σήμερα, δεν σταματάς ούτε για ένα λεπτό, έστω να θαυμάσεις κάτι όμορφο.
Ωστόσο αυτήν την ώρα δεν κυκλοφορούσε ούτε μύγα, ο δρόμος όντας πεζόδρομος και όχι τόσο κεντρικός δεν έφερνε πολύ κόσμο στο διάβα του. Ο Robert έπιασε το χέρι μου για μια ακόμη φορά και με τράβηξε ελαφρά προς την είσοδο. Δύο τεράστιες κολώνες με ανάγλυφα πρόσωπα στο τελείωμα τους, σε υποδέχονταν με μεγαλοπρέπεια.
Άφησε το χέρι μου απότομα και πλησίασε την πόρτα, πέρασε το χέρι του ανάμεσα στην λαβή και χτύπησε με δύναμη. Μου κόπηκε η ανάσα, ένιωσα το έδαφος να δονείτε όταν κατάλαβα ότι ήταν για μια στιγμή μόνο, σήκωσα το κεφάλι μου ενθουσιασμένη.
Μετά από πέντε λεπτά κάποιος έσπρωξε με απέραντη ευκολία την δίφυλλη τεράστια πόρτα. Δεν μπόρεσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά αυτού του κάποιου αμέσως.. όμως όταν τα κατάφερα ξαφνιάστηκα.
Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα. Η πρώτη απορία που μου γεννήθηκε, ήταν πώς αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα κατάφερε να ανοίξει με τόση ευκολία αυτήν την θεόρατη πόρτα;
Μας καλωσόρισε με ένα τεράστιο πονηρό χαμόγελο.  Ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς ακόμα και για βρικόλακα. Είχε καστανά κοντά μαλλιά, τα οποία πετούσαν εδώ και εκεί, παρά αυτά είχαν μια συνέχεια στην ακαταστοσύνη τους. Φορούσε ένα πολύ στενό παντελόνι από αυτά που βλέπω γυναίκες στον δρόμο και απορώ πως μπήκαν μέσα και από πάνω ένα σακάκι μωβ με ένα φουλάρι στο λαιμό σε παρόμοιο χρωματισμό.
 Χαιρέτισε θερμά τον Robert και εκείνος την φίλησε στο μάγουλο. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν φανταζόμουν ότι οι βρικόλακες είναι τόσο θερμοί μεταξύ τους. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον και με κοίταξαν για λίγα δευτερόλεπτα.
Η άγνωστη γυναίκα ήρθε να σπάσει την αμηχανία της στιγμής. Δεν αντιλήφθηκα αμέσως τι έλεγε διότι μιλούσε στα αγγλικά, ακόμα δεν είχα συνηθίσει το να μην μιλά κανένας ελληνικά εκτός από εμένα και τον Robert.
«Αυτή πρέπει να είναι η προσκεκλημένη μας» είπε χαμογελαστά. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά και παρατήρησα τα δικά της. Ήταν σχεδόν γατήσια τουλάχιστον το χρώμα γιατί σαν σχήμα ήταν απλά αμυγδαλωτά. Το χρώμα όμως ήταν ξεχωριστό. Είχαν μέσα τους φωτεινό κίτρινο και το περίβλημα τους ήταν σκούρο καφέ. Για μια στιγμή την φοβήθηκα, ήμουν πραγματικά τόσο αφελής, δεν ήξερα καν για το τι μπορούσε να μου συμβεί. Βέβαια είχα τον Robert μαζί μου αλλά ακόμα και τώρα δυσκολευόμουν να εμπιστευτώ τον οποιοδήποτε.
Της χαμογέλασα αμήχανα, εκείνη με περιεργαζόταν από πάνω μέχρι κάτω, από ότι φαίνετε ήταν συνήθειο τους να μελετούν όποιον γνωρίζουν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα κάτι που με ξάφνιασε. Παρότι κάποτε είχαν υπάρξει σαν ανθρώπινα όντα, είχαν ξεχάσει παντελώς πως ήταν. Είχαν αμυδρές αναμνήσεις από την τότε ζωή τους αλλά σίγουρα τους φαινόμαστε περίεργοι, διαφορετικοί κάτι που  χρειάζεται συνεχείς αναζήτηση. Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για πολλά αλλά το να βλέπεις αυτά τα «ανώτερα» πλάσματα να σε περιεργάζονται, σημαίνει α μη τι άλλο ότι κρατάνε τις επιφυλάξεις τους για ότι δεν μπορούνε να καταλάβουν. Εξάλλου τα τραγικότερα πράγματα στην ιστορία του κόσμου έχουν συμβεί από φόβο, είτε ήταν συνειδητός,  είτε υποσυνείδητος.
Η γυναίκα ξαναμίλησε  «Είμαι η Roxie, Roxie Bell» μου έδωσε το χέρι της και έσκυψε να μου δώσει ένα φιλί στο μάγουλο. Ξαφνιάστηκα και πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπο μου γιατί με την άκρη του ματιού μου είδα τον Robert να χαμογελάει.
«Σελήνα» ψέλλισα.
Εκείνη μου έδωσε ένα θερμό χαμόγελο ξανά «Πάμε; Μας περιμένουν..» είπε απευθυνόμενη περισσότερο στον Robert παρά σε εμένα. Σήκωσε το χέρι της για να μας δείξει την κατεύθυνση και ξεκίνησε να περπατά μπροστά μας, δείχνοντάς μας τον δρόμο. Σε εμένα φαντάζομαι και όχι στον Robert που ήταν το σπίτι του.
Άφησε λίγο χώρο ανάμεσα μας και τότε βρήκε τον χρόνο ο Robert να σκύψει στο αυτί μου και να με προετοιμάσει «Υπάρχουν βρικόλακες που γνωρίζουν ελληνικά, οπότε καλό θα ήταν να μην μου πεις κάτι που δεν πρέπει μπροστά σε άλλους. Δεν ξέρουν τίποτα για εσένα πέρα ότι είσαι απόγονος της Λάμια. Δεν γνωρίζουν ούτε για το τι μπορείς να κάνεις, ούτε τι έχει συμβεί μέχρι τώρα και καλό θα ήταν να παραμείνουν τα πράγματα έτσι» μιλούσε γρήγορα δίνοντας μου να καταλάβω ότι εδώ μέσα δεν παίζουμε και με λίγα λόγια ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά.
«Και μου τα λες όλα αυτά τώρα;» είπα χαμηλόφωνα αλλά νευριασμένα.
«Δεν ήθελα να σε προϊδεάσω αρνητικά, μπορεί να είμαστε σαν οικογένεια αλλά δεν παύουμε να είμαστε μια “διαφορετική” οικογένεια και τελευταία έχουμε καταλάβει ότι υπάρχουν άτομα στην φατρία που παίζουν σε διπλό ταμπλό, γι’ αυτό πρέπει απλά να είμαστε προσεκτικοί» με καθησύχασε στο τέλος. Όμως είχε πυροδοτήσει όλες τις φοβίες μου. Προσπάθησα αμέσως να βγάλω όλες τις κακές σκέψεις από το μυαλό μου και να επικεντρωθώ στο τώρα. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να κοιτάξω για πρώτη φορά τον χώρο γύρω μου.
Είχαμε μόλις περάσει μια τεράστια σκάλα και κατευθυνόμασταν στα ενδότερα του κτιρίου. Ο χώρος ήταν νωχελικά φωτισμένος και είχες την αίσθηση ότι αυτό το κτίριο υπήρχε για χρόνια. Δεξιά και αριστερά προσπερνούσαμε πολλές κλειστές πόρτες, που μόνο η φαντασία μου μάντευε τι μπορεί να υπάρχει από πίσω. Τους τοίχους αυτού του διαδρόμου κάλυπτε μια πανέμορφη βαριά ταπετσαρία. Υπήρχαν πορτρέτα πανέμορφων ανθρώπων που κάτι μου έλεγε ότι δεν ήταν και πολύ άνθρωποι. Το βλέμμα μου είδε και ένα πίνακα του Λονδίνου πριν πολλά, πολλά χρόνια.
Σταμάτησα για λίγο μπροστά σε ένα πορτρέτο που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν μια γυναίκα.. μου θύμιζε τον εαυτό μου. Είχε κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια, καθόταν σκεπτική πάνω σε ένα βράχο, το λευκό φόρεμα της είχε ένα μόνο μανίκι και αποκάλυπτε το καλοσχηματισμένο στήθος της. Φαινόταν τόσο αθώα αλλά και τόσο πανούργα, ένα μυστήριο την τύλιγε. Ήταν πανέμορφη.
Ένιωσα τον Robert πίσω μου «Είναι η Λάμια» είπε σιγανά. Σωστά, σκέφτηκα.. δεν ήταν τυχαίο που μου είχε τραβήξει την προσοχή ο συγκεκριμένος πίνακας και σίγουρα δεν ήταν τυχαίο το ότι μου έμοιαζε τόσο αυτή η γυναίκα. Πλέον είχα ενώσει την εικόνα με την ιδέα.
Ήμουν σίγουρη ότι θα είχα αρκετό χρόνο στο μέλλον να θαυμάσω τον συγκεκριμένο πίνακα, έτσι γύρισα στην μικρή ομάδα των δύο που τώρα με κοίταζαν με περιέργεια.
Συνεχίσαμε την διαδρομή μας για να σταματήσουμε ξανά στο τέλος του διαδρόμου όπου μπροστά μας δέσποζε μία δεύτερη δίφυλλη πόρτα, όχι τόσο μεγάλη όσο της εισόδου αλλά εξίσου μεγαλοπρεπείς.
Η Roxie μας έριξε μια τελευταία πονηρή ματιά και έπειτα έσπρωξε με ευκολία την πόρτα.

Η αίθουσα ήταν μεγάλη από ότι μπορούσα να καταλάβω τουλάχιστον, δεν ήταν και εύκολο να διακρίνεις λεπτομέρειες με τόσο λιγοστό φως. Οι λάμπες που υπήρχαν γύρω στους τοίχους ίσα που φώτιζαν. Όταν επικεντρώθηκα στο κέντρο του δωματίου ένιωσα τρόμο να με διαπερνά.
Ένα τεράστιο τραπέζι δέσποζε στην μέση και ίσα με τριάντα βρικόλακες καθόντουσαν γύρω του. Το ότι ήταν όλοι βρικόλακες δεν ήταν και δύσκολο να το καταλάβω, λίγο τα ρούχα, λίγο τα μάτια, το συμπέρασμα είχε έρθει γρήγορα. Τα μάτια τον βρικολάκων στο σκοτάδι είναι λαμπερά όπως της γάτας και το ίδιο ανατριχιαστικά.
Έριξα μια γρήγορη ματιά στο τραπέζι αλλά το βλέμμα μου καρφώθηκε στην κεφαλή του τραπεζιού. Εκεί καθόταν μια γυναίκα. Μια γυναίκα που τώρα μου χαμογελούσε γλυκά. Είχε κατάλευκα μαλλιά που από ότι μπορούσα να διακρίνω έφταναν μέχρι την πλάτη της. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της θάλασσας και ήταν ντυμένη στα λευκά. Το φόρεμα της ήταν βελούδινο και βασιλικό. Το συμπέρασμα ήταν εξίσου εύκολο, όποια και αν ήταν αυτή η γυναίκα, έκανε κουμάντο εδώ μέσα.
Η Roxie κάθισε σε μια κενή θέση προς το τέλος του τραπεζιού και η γυναίκα μας έκανε νόημα να καθίσουμε και εμείς. Από ότι φαίνετε οι βρικόλακες δεν το έχουν και πολύ με την ομιλία. Ακριβώς δίπλα στην γυναίκα υπήρχε μια κενή θέση που την πήρε αμέσως ο Robert και λίγο πιο κει άλλη μια που έπρεπε να καθίσω εγώ.
Πρώτη μέρα στο Άνδρο των βρικολάκων και έπρεπε να κάτσω σε ένα τεράστιο τραπέζι με άλλους τριάντα βρικόλακες που δεν ήξερα, μέσα στα σκοτάδια …Τέλεια, σκέφτηκα.
 Ωστόσο κάθισα χωρίς να πω τίποτα και για να μην προσβάλω κανέναν κοιτάζοντας τον σαν χαζή, έριξα το βλέμμα μου στο τραπέζι το οποίο ήταν εξίσου πανέμορφο. Ήταν βαρύ όπως όλα τα άλλα εδώ μέσα και φτιαγμένο από ξύλο. Πάνω του ήταν χαραγμένα διάφορα σύμβολα που δεν μπορούσα να καταλάβω.
Φυσικά ήταν άδειο, οι βρικόλακες δεν τρώνε, πίνουν κυρίως.. τώρα το τι ακριβώς το ήθελαν το τραπέζι ένας θεός ξέρει. Από τα λίγα λεπτά που ήμουν εκεί μέσα κατάλαβα ότι μάλλον σε αυτόν τον χώρο έκαναν τα συνεδρία τους ας πούμε..
Όταν σήκωσα πάλι το βλέμμα μου είδα σχεδόν όλο το τραπέζι να με κοιτάζει. Προφανώς δεν είχαν συχνά επισκέψεις.
 Αυτή την αμήχανη στιγμή έσπασε η γυναίκα που καθόταν στο κέντρο «Αγαπητοί μου, σήμερα έχουμε την τιμή να έχουμε μαζί μας έναν εκλεκτό καλεσμένο» μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω ότι μιλούσε για εμένα.
«Την Σελήνα» έδειξε προς την μεριά μου και όλοι με κοίταξαν με περισσότερη περιέργεια. Η γυναίκα μιλούσε για εμένα σαν να με ήξερε, η αλήθεια βέβαια ήταν ότι ίσως ήξερε περισσότερα πράγματα για έμενα από ότι εγώ η ίδια γνώριζα. Ο Robert άλλωστε μου το είχε αποδείξει αυτό πολλές φορές .«Η Σελήνα, είναι απόγονος ενός θρυλικού βρικόλακα.. της Λάμια» είπε η γυναίκα με μεγαλοπρέπεια σηκώνοντας το χέρι της.
Τα πρόσωπα γύρω στο τραπέζι σοβάρεψαν και μερικά θαρρώ σκοτείνιασαν. Μαζεύτηκα στην καρέκλα μου, περιμένοντας ότι ξαφνικά θα χιμήξουν όλοι να με φάνε για βραδινό. Όμως δεν έγινε τίποτα έτσι η γυναίκα συνέχισε να μιλά «Την καλωσορίζουμε στο σπίτι μας και ελπίζω όλοι να της δείξετε τον καλύτερο σας εαυτό» χαμογέλασε γλύκα για μια ακόμα φορά.
«Στα δικά μας τώρα» είπε σοβαρά «Όπως ήδη γνωρίζετε τα πράγματα για την οικογένεια μας είναι δύσκολα, μιας και οι εχθροί μας φροντίζουν πολύ καλά για αυτό» στην φωνή της υπήρχε ένα ίχνος θύμου «Από έγκυρες πηγές γνωρίζω ότι ετοιμάζουν κάτι πολύ μεγάλο και πρέπει να είμαστε έτοιμοι όταν αυτό θα έρθει» κοίταζε σχεδόν έναν, έναν τους βρικόλακες γύρω της «Η ημερομηνία δεν μας είναι ακόμα γνωστή αλλά κάτι μου λέει ότι πλησιάζει..» άφησε την τελευταία λέξη στον αέρα «Πρέπει να μαζέψουμε άμεσα όλους τους φίλους από τις γειτονικές πόλεις.Peter; Καθιστώ εσένα υπεύθυνο γι’ αυτό, μάζεψε όσα άτομα χρειάζεσαι και ξεκινήστε αμέσως μόλις τελειώσουμε εδώ». Απευθυνόταν σε έναν κομψό, ξανθό άντρα με κοντά μαλλιά και καλοσχηματισμένο πρόσωπο. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του θετικά και η γυναίκα συνέχισε την ομιλία της «Οι υπόλοιποι γνωρίζετε καλά τι πρέπει να γίνει» είδα κι’ άλλα κεφάλια να κουνιούνται θετικά «Πρέπει να είμαστε στην καλύτερη φόρμα όταν θα ξεσπάσει η καταιγίδα» παρότι δεν είχα ιδέα για τι ακριβώς μιλούσαν, μπορούσα μόνο να φανταστώ τι ακριβώς θα έκαναν. Η ιδέα δεν με χαροποίησε ιδιαίτερα μιας και για να είναι σε φόρμα μάλλον θα έπρεπε να πιούνε αρκετό αίμα.
«Και Robert;» τώρα απευθυνόταν στον δικό μου αγαπημένο «Η αλλαγή πρέπει να γίνει άμεσα» η έκφραση που είχε στο πρόσωπο του δεν ήταν καθόλου θετική. Ήταν σαν να υπήρχε στον αέρα μια πολύ άσχημη μυρωδιά, σαν να είχε χαλάσει κάτι. Ωστόσο συμφώνησε σιωπηλά, κουνώντας απλά το κεφάλι του. Παρόλα αυτά η γυναίκα πρόσθεσε στο τέλος «Όπως καταλαβαίνεις δεν έχουμε πολύ χρόνο» του είπε γλυκά.
Ήξερε άραγε για εμάς; Αυτό δεν μπορούσα να το συμπεράνω.. ο τρόπος που μιλούσε στον Robert ήταν σχεδόν στοργικός και αν δεν ήξερα αρκετά καλά τον Robert θα έλεγα και ερωτικός..  Αυτό δεν μου άρεσε ιδιαίτερα αλλά το προσπέρασα δεδομένης της κατάστασης. Αυτό όμως που δεν μου άρεσε καθόλου και δεν μπορούσα με τίποτα να προσπεράσω, ήταν όταν αποφάσιζαν για έμενα χωρίς εμένα.
«Συγνώμη» είπα απότομα και όλοι ξαφνικά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το μέρος μου «Δεν ήθελα να σας διακόψω..» άφησα την λέξη μου να κρέμεται μιμούμενη τον καθώς πρέπει τρόπο που είχε η γυναίκα, απευθυνόμενη σε εκείνη και δίνοντας της να καταλάβει ότι δεν ήξερα καν το όνομα της.
 Κάποιοι με κοίταξαν σαν να μου έλεγαν πως τόλμησα να διακόψω. Εκείνη το έπιασε αμέσως και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της «Μα φυσικά» είπε «Μεγάλη αγένεια εκ μέρους μας να μην συστηθούμε» είπε χαμογελώντας και χωρίς να απομακρύνει στιγμή το βλέμμα της από επάνω μου «Συχώρεσε μας, γνωρίζουμε ήδη τόσα πολλά για εσένα και εσύ από την άλλη δεν ξέρεις τίποτα για εμάς. Είμαι η Shatrina White και αυτοί εδώ είναι η οικογένεια μου» μου έδειξε τους βρικόλακες γύρω της.
Έπεσε σιωπή, όμως μάζεψα ξανά τις σκέψεις μου και ξαναμίλησα «Χαίρω πολύ, Shatrina» είπα χωρίς να χάσω τους καλούς τρόπους μου. Το βλέμμα μου έπεσε αμέσως στον Robert, ο οποίος με κοιτούσε σαν να μου έλεγε ότι αυτό που πας να κάνεις είναι τεράστιο λάθος, τα ματιά του τα έλεγαν όλα, να μην μιλήσω, εγώ όμως ήμουν πάντα ξεροκέφαλη..
«Όπως είπα και προηγουμένως δεν ήθελα να σας διακόψω αλλά μιας και μιλάτε για εμένα θα έπρεπε να πω και εγώ την γνώμη μου. Δεν νομίζεις; Μόλις έμαθα..» οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα μου χωρίς καν να τις σκεφτώ και είχα ήδη μετανιώσει την παρέμβαση μου.
Η Shatrina με κοίταξε με συγκαταβατικότητα και μίλησε πριν προλάβω να τελειώσω «Μα φυσικά καλή μου, είναι απόλυτα κατανοητό..» κοίταξε με νόημα τον Robert σαν να του έλεγε ότι τα είχε κάνει θάλασσα «Σελήνα, αν δεν σε πειράζει θα συζητήσουμε αυτό το θέμα αργότερα οι δύο μας. Τώρα πρέπει να λύσουμε σημαντικότερα θέματα» κούνησε το χέρι της σαν να ήθελε να τινάξει κάτι ενοχλητικό από πάνω της και συνέχισε να δίνει οδηγίες προς κάθε κατεύθυνση.
 Αυτή την φορά κάθισα ήσυχη στην καρέκλα μου και δεν ξαναμίλησα για όλο το υπόλοιπο αυτής της φοβερής συνεδρίασης.
Πολλά άκουγα λίγα καταλάβαινα και ακόμα λιγότερα πίστευα. Μιλούσαν και παρότι που θα έπρεπε να με δυσκολεύει το ξένο της γλώσσας, αυτό που με δυσκόλευε περισσότερο ήταν αυτά που έλεγαν. Άκουσα πολλές φορές το όνομα Dasian και φάνηκε αυτός ο άντρας ήταν το κύριο και το μεγαλύτερο πρόβλημα τους. Μέτα από κάποια στιγμή παρέδωσα τα όπλα διότι απλά δεν έβγαζα άκρη. Απλά ήθελα να πιστέψω ότι στο κοντινό μέλλον θα μου εξηγούσε κάποιος και θα καταλάβαινα.
Όταν επιτέλους τελείωσαν είχα νυστάξει για τα καλά και επιπλέον είχα βαρεθεί. Η βραδιά είχε καταλήξει άκρως απογοητευτική. Αν σκεφτείς ότι ερχόμενη σε αυτό το μέρος μου είχαν κοπεί τα πόδια, αυτή την στιγμή απλά αδιαφορούσα για ότι συνέβαινε γύρω μου. Έχωνα τα δάχτυλα μου στα ανάγλυφα σύμβολα του τραπεζιού, ακλουθώντας τα, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η αίθουσα είχε αδειάσει και ο Robert μου μιλούσε. Σηκώθηκα απότομα και τον αντίκρισα.
«Λοιπόν;» είπα βαριεστημένα «Τι άλλο έχει το μενού απόψε;» είπα ειρωνικά.
«Σου φαίνονται αστεία όλα αυτά;» μου είπε εκνευρισμένα και έδειξε γύρω του. Έβλεπα τα μάτια του να γυαλίζουν στο σκοτάδι και το απειλητικό του ύφος να με διαπερνά.
«Καθόλου αστεία» είπα αμυνόμενη «Λίγο βαρετά, ίσως» γύρισα το κεφάλι μου συλλογιζόμενη.
«Βαρετά;» επανέλαβε την λέξη σαν να ήθελε να καταλάβει τι του είχα πει μόλις τώρα. Είχε αρχίσει να εξοργίζετε.«Βαρετό βρίσκεις εσύ ότι από μέρα σε μέρα μπορεί όλα αυτά να έχουν γίνει στάχτη και να χαθούν μια για πάντα;» είπε δείχνοντας ξανά γύρω του. «Ότι όλοι όσοι συνάντησες και γνώρισες αυτό το βράδυ μπορεί  να εξαφανιστούν με μια ανάσα;» σχεδόν έφτυνε τις λέξεις από το στόμα του και μπορούσε να γίνει αρκετά δραματικός, αν το ήθελε. Ήταν πραγματικά πολύ εκνευρισμένος και το χειρότερο ήταν ότι δεν είχα καταλάβει τον λόγο.
Μάσησα τα λόγια μου αλλά μετά από λίγο όρθωσα το ανάστημα μου, όχι δεν θα γινόμουν η γυναικούλα που με το που της φωνάζει ο άντρας και κάθετε κότα.
 «Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά τι περιμένεις από εμένα» φώναξα με λύσσα «Δεν έχω κανένα κουμπί ελέγχου για να το πατήσεις! Συγνώμη που έχω γνώμη και μιλάω όταν άλλοι κανονίζουν για εμένα χωρίς εμένα. Συμφώνησα σε όλο αυτό αλλά θα γίνει με τους δικούς μου όρους είτε σας αρέσει είτε όχι..» του είπα χώνοντας το δάχτυλο μου στο στέρνο του χτυπώντας τον επιδεκτικά. Εκείνος με κοιτούσε απειλητικά αλλά δεν σταμάτησα.
«Μπορείς να το πεις και στην αγαπημένη σου αυτό, ή νομίζεις ότι δεν πρόσεξα πως σε κοιτούσε;» όταν τελείωσα δεν είχα καταλάβει καν πόσο θυμό έκρυβα μέσα μου. Είχα πέσει στην παγίδα που πέφτει κάθε γυναίκα, είχα υποκύψει στην ζήλια μου.
«Τώρα φέρεσαι παράλογα» είχε ρίξει τους τόνους ωστόσο ήταν ακόμα αρκετά εκνευρισμένος μαζί μου και προσπαθούσε να το γυρίσει, άσκοπα φυσικά.
«Σωστά..» είπα κουρασμένα «Εγώ φέρομαι παράλογα όχι όλοι εσείς που με κοιτάτε σαν εξωγήινο και θέλετε να τελειώσετε έτσι απλά την ζωή μου, σαν να είναι το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να γίνει..» μόνο όταν το είπα φωναχτά κατάλαβα ότι όντως για αυτούς ήταν εύκολο.
«Νομίζεις ότι εμένα μου αρέσουν όλα αυτά;» είπε ενοχλημένα «Ότι την βρίσκω;» τα μάτια του με τρυπούσαν και ήθελα να σταματήσει να με κοιτάει, αυτή την στιγμή ήθελα να σταματήσει να υπάρχει.
«Ειλικρινά; Ναι, νομίζω ότι αντίθετα εσείς τα βρίσκετε όλα αυτά ένα παιχνίδι» τόνισα την λέξη «εσείς» για να τον πικάρω.«Διότι πολύ απλά δεν έχετε με τίποτα άλλο να κάνετε με την αιωνιότητα σας. Εσείς βαριέστε πιο πολύ και από εμένα..Αυτό νομίζω» ξεφύσησα τις τελευταίες λέξεις μιας και δεν είχα πάρει ανάσα όση ώρα μιλούσα.
 Εντάξει αυτό ήταν κακία και το μετάνιωσα την ίδια στιγμή που το είπα. Μπορεί να το νόμιζα αυτό για τους άλλους, άλλα ο Robert δεν ήταν σαν τους άλλους. Όταν είδα το ύφος του το μετάνιωσα ακόμα περισσότερο. Αν  μπορούσε θα με είχε χαστουκίσει αλλά δεν το έκανε. Για λίγες στιγμές με κοίταξε και ξαφνιάστηκα ιδιαιτέρως με την επόμενη κίνηση του και ευχήθηκα να με είχε χαστουκίσει…

Με άρπαξε από το μπράτσο και άρχισε να με τραβάει έξω από το δωμάτιο, περπατούσε τόσο γρήγορα που κόντεψα να πέσω  τρείς φορές αλλά και τις τρεις με πρόλαβε με βιαιότητα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να βγάζω ήχους απόγνωσης. Ποτέ ξανά δεν μου είχε φερθεί έτσι.
Βγήκαμε έξω στον μουντό ουρανό του Λονδίνου από μια άλλη πόρτα και βρεθήκαμε σε ένα στενάκι. Άρχισα να πιστεύω ότι όπου να ναι θα ερχόταν το τέλος μου, χωρίς επιστροφή, αλλά έδιωξα αυτήν την σκέψη αμέσως. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου κάνει κακό ο Robert, είχε αισθήματα για μένα. Αν και αυτήν την στιγμή αμφέβαλα, αμφέβαλα πολύ..
Μπήκαμε σε ένα άλλο στενό και περάσαμε άλλο ένα, ξαφνικά άκουσα ένα κρακ και κοίταξα κάτω, το τακούνι μου είχε σπάσει. Με σταμάτησε και με βία έσπασε και το άλλο τακούνι «ΆΣΕ ΜΕ» του φώναξα, πολεμώντας τον, μα δεν απάντησε μόνο συνέχισε να με σέρνει. Τα πράγματα είχαν πάρει πολύ .. μα  πάρα πολύ άσχημη τροπή.
Σταματήσαμε σε ένα στενό και με πίεσε στον τοίχο σαν να μου έλεγε κάτσε ακίνητη , γύρισε απότομα προς τον δρόμο και αφουγκράστηκε γύρω του. Εγώ έπιασα το μπράτσο μου.. Σίγουρα αύριο θα είχα μια μεγάλη μελανιά αλλά αυτό ήταν το μικρότερο πρόβλημά μου αυτή την στιγμή.
Με μια κίνηση τον είδα να εξαφανίζετε και να εμφανίζετε πάλι με έναν άντρα γύρω από τα μπράτσα του. Του είχε κλείσει το στόμα και είχε τραβήξει τον λαιμό του κοντά στα χείλη του. Το μόνο που πρόλαβα να ψελλίσω ήταν «Μη..».
Πριν τον δαγκώσει μου έριξε μια ματιά για να βεβαιωθεί ότι κοιτάζω και προχώρησε.. Τα λεπτά που πέρασαν μου φάνηκαν σαν αιωνιότητα, όμως αυτό που είχε κάνει ήταν πραγματικά άνευ ουσίας. Είχε πιεί ήδη μια φορά από εμένα όποτε το όλο θέαμα δεν μου προξένησε μεγάλο σοκ.
Όταν τελείωσε τον είδα να αγκομαχά από λύσσα και ευχαρίστηση και τον άντρα να νιώθει ανακούφιση που όλο αυτό είχε τελειώσει παρά την παραζάλη που σίγουρα ένιωθε. Όμως δεν είχε τελειώσει, το έβλεπα στα μάτια του..Που να ήξερε αυτός ο άντρας  τι του έμελε να πάθει. Αυτό που ήρθε στην συνέχεια έπιασε και εμένα προ εκπλήξεως…
Ξαφνικά είδα τον Robert να αρπάζει τον λαιμό του άντρα και να τον γυρνάει με δύναμη. Ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό κρακ και το επόμενο δευτερόλεπτο ο άντρας βρισκόταν πεσμένος στον δρόμο σαν σακί..
 Αηδίασα… Ένιωσα τα σωθικά μου να με καίνε .. Ήθελα να ουρλιάξω αλλά δεν έβγαινε φωνή..
Δεν μπορούσα να το πιστέψω .. έτσι απλά τον είχε δολοφονήσει. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι δεν υπήρχε ίχνος μεταμέλειας στο πρόσωπο του, λες και είχε κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Όταν βρήκα την φωνή μου πήγα να ουρλιάξω αλλά με σταμάτησε.. Με είχε κλειδώσει από πίσω για να μην μπορώ να κουνηθώ και μου μιλούσε χαμηλόφωνα στο αυτί.
«Σου είπα ότι δεν σκοτώνουμε κάποιον όταν του πίνουμε το αίμα άλλα δεν σου είπα ποτέ ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε εάν το θελήσουμε» είχε ακόμα το χέρι του στο στόμα μου αλλά το έβγαλε όταν κατάλαβε ότι δεν θα έκανα τίποτα. Τι μπορούσα να κάνω άλλωστε; Για μένα ο Robert αυτή την στιγμή είχε πεθάνει μαζί με αυτόν τον άντρα. Τραβώντας την ζωή του χωρίς λόγο και αιτία απλά για να μου αποδείξει κάτι.. Είχε φύγει και αυτός μαζί του. Δεν το χωρούσε καν το μυαλό μου.
Άρχισα να κλαίω στην αρχή σιγά και έπειτα πιο δυνατά και ύστερα με λυγμούς..απλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Δεν μπορούσα ούτε να σταθώ όρθια έτσι έπεσα στα γόνατα μου αδιαφορώντας για τα σημάδια που θα είχα αύριο στα πόδια μου από την άσφαλτο. Εκείνη την στιγμή ήθελα να πεθάνω και εγώ.. πότε άλλοτε δεν το είχα ευχηθεί αυτό. Ούτε όταν κατάλαβα ότι θα ζούσα για όλη μου την ζωή μου χωρίς γονείς.. Τώρα όμως δεν έβλεπα τίποτα όμορφο γύρω μου. Όλα είχαν παγώσει..
Μετά από λίγο και αφού είχε εξαφανιστεί για αρκετά λεπτά ήρθε να με μαζέψει. Όταν ένιωσα τα χέρια του στα μπράτσα μου τα τίναξα με δύναμη. Δεν ήθελα ούτε να με ακουμπάει, αν τολμούσε να με τραβήξει για μια ακόμα φορά θα τον σκότωνα εγώ αυτή την φορά, μια για πάντα. Στάθηκα όρθια με δυσκολία και όταν βρήκα την ισορροπία μου στα κατεστραμμένα παπούτσια μου, ξεκίνησα να περπατώ χωρίς να ξέρω στην ουσία που πηγαίνω.
Χάθηκα αρκετές φορές μέχρι να βρω έναν κεντρικό δρόμο αλλά σε όλη την διάρκεια δεν είπε τίποτα για να με καθοδηγήσει. Απλά περπατούσε πίσω μου ενώ εγώ μάζευα τα δάκρυα και τους λυγμούς μου.
Έκανα νόημα σε ένα ταξί και μπήκα μέσα. Τον ένιωσα να κάθετε δίπλα μου αλλά δεν γύρισα καν να τον κοιτάξω.
Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μας, σωριάστηκα στην άκρη του κρεβατιού με δύναμη και πέταξα τα παπούτσια μου με θυμό προς την μεριά του. Δεν κοίταξα καν αν τον πέτυχα διότι ήμουν σίγουρη ότι δεν τον είχα, ωστόσο το μήνυμα το είχε πάρει. Έμεινα για αρκετά λεπτά καθισμένη να κοιτάζω το κενό. Με πλησίασε και γονάτισε μπροστά μου .. τον χαστούκισα.. ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω μετά από όλα αυτά. Το ξέρω ότι δεν πόνεσε αλλά το μήνυμα το είχε πάρει.
«Συγνώμη» ψέλλισε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του, εν μέρει ήξερε ότι του άξιζε. Δεν μίλησα, τι είχα να πω άλλωστε; Μάλλον δεν ήξερα τι να πω. Απλά σύρθηκα μέχρι την κεφάλι του κρεβατιού και έκλεισα τα μάτια μου.