Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Dreams come true



Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να κλείσω τα μάτια μου, και έτσι απρόσμενα με τύλιξε η υγρασία της αποψινής βραδιάς και ένιωσα σαν να μου είχε ρίξει κάποιος υπνωτικό στο κρασί μου.

Κοιμήθηκα, κοιμήθηκα βαθιά, τα όνειρα μου δεν ήταν στοιχειωμένα αλλά γλυκά. Η θάλασσα της Κρήτης έβρεχε για μια ακόμη φορά τα πόδια μου και το δροσερό αεράκι χάιδευε απαλά τα μαγουλά μου.. Ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου αλλά δεν τρόμαξα.
Ήταν ζεστό και γεμάτο τρυφερότητα, ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω του και έκλεισα τα μάτια μου.
Με αγκάλιασε και με τα δύο του χέρια γλυκά και έχωσε το πρόσωπο του στον ώμο μου. Τα μακριά μαλλιά του γαργάλισαν την πλάτη μου και για λίγα λεπτά δεν τόλμησα να κουνηθώ ούτε καν να σκεφτώ.. Όταν μίλησε δεν αναγνώρισα καν την φωνή του. «Ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις» μου είπε γλυκά και από τον τόνο της φωνής του κατάλαβα ότι χαμογελούσε. «Μα δεν θέλω να ξυπνήσω» είπα ναζιάρικα αλλά και με μια νότα πονηριάς, εδώ είναι το παιχνίδι μου σκέφτηκα.
«Μα είμαι απ’ έξω» είπα πειρακτικά και μου έδωσε ένα φιλί στον λαιμό. Άρχισα να μπερδεύομαι, προσπάθησα με όλη μου την δύναμη να ελευθερωθώ από την λαβή  του, αλλά ήταν πολύ δυνατός. Έπρεπε πάση θυσία να τον δω, να τον κοιτάξω στα μάτια, κάτι δεν πήγαινε καλά, έπρεπε να διαπιστώσω αν τα μάτια του γυάλιζαν.
 Όλα γύρω μου άρχισαν να μαυρίζουν, η θάλασσα εξαφανίστηκε και  δεν φυσούμε δροσερό αεράκι αλλά μανιασμένος αέρας που κόντευε να με σηκώσει. Προσπάθησα να ουρλιάξω αλλά ήταν μάταιο..δεν είχα φωνή. Το στόμα μου άνοιγε αλλά δεν έβγαζε ήχο, έχωσα τα δάχτυλα μέσα στο λαιμό μου πανικοβλημένη όμως εκείνος ακόμα με κρατούσε, με έσφιγγε και για μια στιγμή είδα τα καστανά μάτια του να λάμπουν στο σκοτάδι..

Πριν ακόμα ανοίξω τα μάτια μου ένιωσα δύο χέρια να με ταρακουνούν.
Δεν είχα καταλάβει ότι το όνειρο είχε τελειώσει, όταν άκουσα την φωνή του Robert να φωνάζει το όνομα μου «Σελήνα, Ξύπνα!!» .
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου και τον είδα να με κοιτάζει έντρομος «Μα τι έγινε;» ψέλλισα.
Κοίταξε στα γρήγορα γύρω του και μου είπε «Πρέπει να φύγουμε. Τώρα!» δεν ήταν παράκληση, ήταν διαταγή.
Με τράβηξε για να σηκωθώ όρθια και άρχισε να με τραβάει για μια ακόμη φορά. Προσπάθησα να τον κάνω να με ελευθερώσει όπως είχα προσπαθήσει να ελευθερωθώ και στο όνειρο μου .. και τότε το θυμήθηκα, το όνειρο.
Στάθηκα για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζω το κενό όταν ο Robert μου ξαναφώναξε «Πρέπει να φύγουμε ΤΩΡΑ!!» όταν είδε ότι δεν ανταποκρίνομαι με σήκωσε και με πέρασε στον ώμο του, σαν να ήμουν αρνί που το πήγαιναν για σφάξιμο.
Είχαμε βρεθεί έξω σε χρόνο ντε τε. Στην διαδρομή είδα γύρω μου να επικρατεί σύγχυση και βρικόλακες να τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός προς κάθε κατεύθυνση.  Φόβος με κυρίευσε «Robert, τι συμβαίνει;» ψιθύρισα αλλά ήξερα ότι με άκουσε.
«Ο Dasian είναι εδώ, με όλοι την φατρία του» είπε το ίδιο σιγά. Προσπέρασε ένα βρικόλακα που προσπάθησε να μας σταματήσει αλλά κάνοντας έναν γρήγορο ελιγμό, του ξεφύγαμε. Ένιωσα τα κόκκαλα μου να πονάνε με την τόση δύναμη που με κρατούσε και με ταρακουνούσε «Μόλις έμαθε ότι υπάρχει απόγονος της Λάμια» ξεροκατάπια στο άκουσμα αυτών των τελευταίων λέξεων «Θέλει να σε σκοτώσει».
Τώρα τρείς βρικόλακες μας ακολουθούσαν και ήταν τρομερά γρήγοροι. Όμως παρόλο το κυνηγητό και την παράνοια που επικρατούσε, δεν μπορούσα να μην ρωτήσω «Μα αν με σκοτώσει θα γίνω βρικόλακας» είπα απελπισμένα. 
Ένιωσα τον Robert να δυσανασχετεί, έπρεπε να με κουβαλάει τρέχοντας να ξεφύγει από τρεις βρικόλακες και να απαντάει στις ηλίθιες ερωτήσεις μου «Χωρίς αίμα βρικόλακα μέσα σου μπορεί να μην επιστρέψεις. Και να επιστρέψεις θα σε σκοτώσει ούτως η άλλως». Εκείνη ακριβώς την στιγμή σταμάτησε απότομα  και με άφησε κάτω. Με ταχύτητα του φωτός με έβαλε από πίσω του και εκσφενδονίζει τον ένα από τους τρεις βρικόλακες στον απέναντι τοίχο του στενού.  
Ο δεύτερος βρικόλακας μας πλησίασε χαμογελώντας.. Η δουλεία του ήταν να απασχολήσει τον Robert και το έκανε με επιτυχία. Ο τρίτος με έπιασε από τα χέρια και με τράβηξε με όλη του την δύναμη. Ο Robert  έκανε μια προσπάθεια να με βοηθήσει όμως ήταν πολύ αργά.
Έπεσα σαν καρπούζι στο τοίχο με την πλάτη μου και ένιωσα όλα μου τα κόκαλα να συνθλίβονται.
Αν δεν είχαν καταλάβει ποια ήμουν μέχρι εκείνη την στιγμή, σίγουρα μετά από αυτήν την κραυγή πόνου το είχαν καταλάβει. Ήμουν η θνητή. Η απόγονος της Λάμια.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα από τον πόνο και είδα τον Robert να με κοιτάζει έντρομος. Τότε κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.. έπρεπε να σηκωθώ πάνω και να τρέξω με όση δύναμη μου είχε απομείνει.
Οι δύο βρικόλακες ήταν αρκετά απασχολημένοι με τον Robert προσπαθώντας να τον τιθασέψουμε. Με αργές κινήσεις σηκώθηκα και σιγά, σιγά απομακρύνθηκα χωρίς να με αντιληφθούν.  Όταν είχα προχωρήσει λίγο άρχισα να τρέχω.
Ένιωσα τον αέρα να μου κόβει την ανάσα,  έστριψα σε ένα στενό και μετά σε ένα άλλο φέρνοντας άθελα μου την μνήμη της προηγούμενης βραδιάς στο μυαλό μου. Έπρεπε να με χάσουν, έπρεπε να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν.
Το στενό που έτρεχα τώρα ήταν μικρό και τα μπορντό τούβλα από τα κτίρια έλαμπαν στο φως του φεγγαριού, παντού υπήρχε το μπορντό.
Τα τακούνια μου με πρόδωσαν για μια ακόμη φορά, έχασα την ισορροπία μου και έπεσα πάνω στον τοίχο. Ένα δυνατό “χρατς” ακούστηκε και ένιωσα το καυτό αίμα να τρέχει από τον ώμο μου.. Το όνειρο μου.. ζωντάνευε.
Κοίταξα πίσω μου, ήταν πλέον αργά αυτό που με κυνηγούσε ήταν πολύ γρήγορο. Έτρεξα ξανά με όλη μου την δύναμη.. όμως δεν ήταν αρκετό. Η ισορροπία μου χάθηκε για τελευταία φορά και σωριάστηκα με όλη μου την δύναμη στον δρόμο. Είχα πέσει με τα γόνατα και η μοναδική μου στήριξη ήταν χέρια μου, όταν τα σήκωσα είδα αίματα να τρέχουν χωρίς να γνωρίζω τον προορισμό τους…
Τότε το κατάλαβα.. ένιωσα την σκιά του από πάνω μου αλλά φοβήθηκα να κοιτάξω.
Ήταν αυτός.
Με είχε βρει.
Μάζεψα τις δυνάμεις μου, σκούπισα τα δάκρυα από τα μάτια μου και σήκωσα το κεφάλι μου..



«Βρε, βρε ,βρε» είπε με την βαθιά φωνή του. «Τι έχουμε εδώ;» προσπάθησα να τον κοιτάξω αλλά δεν μπόρεσα. Έτσι κατέβηκε στο δικό μου επίπεδο με ένα βαθύ κάθισμα. Έπιασε το σαγόνι μου και προσπάθησε να φέρει το κεφάλι μου σε μια ευθεία για να δει το πρόσωπο μου. Αντιστάθηκα, αλλά ήταν μάταιο «Έλα τώρα.. μην μου το παίζεις σκληρή» ένα γέλιο του ξέφυγε. «Το ξέρουμε πολύ καλά και οι δύο, ότι δεν έχεις καμία ελπίδα απέναντί μου»  είπε κοροϊδευτικά.
«Δεν με είχαν ενημερώσει, ότι το εγώ του ανθρώπου μεγαλώνει όταν γίνετε βρικόλακας» του πέταξα θυμωμένα. Ήθελα τόσο να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να μην δείξω ίχνος φόβου, ακόμα και αν αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανα απόψε.
Χαμογέλασε και αμέσως άλλαξε ύφος, τώρα το έπαιζε πληγωμένος «Μμμ.. δεν μου είπαν ότι διαθέτεις και χιούμορ μικρή μου», γέλασε ξανά. Διασκέδαζε περισσότερο από όσο είχε φανταστεί, το έβλεπα στα μάτια του, το ένιωθα.
«Ω.. να είσαι σίγουρος ότι διαθέτω και πολλά, πολλά ακόμα» είπα αργά και προσπάθησα να σηκωθώ. Υπερβολικά χαζό εκ μέρους μου. Όχι ότι προσπάθησε να με σταμάτησε, αλλά ο πόνος στα πλευρά μου ήταν αβάσταχτος και μια κραυγή βγήκε βίαια από τα χείλη μου.
«Μην είσαι χαζή» μου είπε γελώντας «Έχεις σπάσει σίγουρα αρκετά κόκαλα» είπε κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά, αυτός ο τύπος είχε αρχίσει να μου την δίνει. Με τα μακριά καστανά υπέροχα μαλλιά του και τα βαθιά καστανά του μάτια, νομίζει ότι τα ξέρει όλα.
«Μα φυσικά και είμαι χαζή» του πέταξα «Μόνο που πίστεψα σε όλες αυτές τις μαλακίες και ήρθα σε μια ξένη χώρα είμαι ηλίθια. Πόσο μάλλον να είμαι με μια φατρία βρικολάκων και μια άλλη να κυνηγά να με σκοτώσει. Λοιπόν ας τελειώνουμε γιατί σας βαρέθηκα όλους!», έπιασα τα πλευρά μου πιέζοντας τα. Ένας μικρός απολογισμός της ζημιάς, δεν έβλαπτε.
Όταν τον ξανακοίταξα το ύφος του δεν ήταν πια κοροϊδευτικό ή ψωνίστικο, ήταν απόλυτα σοβαρό. Είχε ανασηκωθεί και με μέτραγε από πάνω έως κάτω, δηλαδή κυρίως κάτω.
«Δεν είμαι εδώ για να σε σκοτώσω» είπε σοβαρά «Τουλάχιστον όχι ακόμα» κούνησε το χέρι του σαν να παραδινόταν και χαμογέλασε «Ήρθα να σε προειδοποιήσω ή μάλλον να σου δώσω μια φιλική συμβουλή» είπε την λέξη φιλική δίνοντας της άλλο νόημα.
«Φιλική;» γέλασα όμως το σώμα μου δεν συμφωνούσε. Πόνος με κυρίευσε και έκλεισα τα μάτια μου για να συγκεντρωθώ. «Από πότε είμαστε φίλοι εμείς οι δύο; Αν έχω καταλάβει καλά κύριε Dasian, θέλετε τον αφανισμό όλης της φατρίας της White και αν δεν πεθάνω από αιμορραγία απόψε, πολύ σύντομα θα γίνω μια από αυτούς, άρα αιώνια εχθρός σου. Καλά δεν τα λέω;» είπα σηκώνοντας το κεφάλι μου για να τον αντικρίσω για μια ακόμη φορά. Το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει όμως συνέχισε να με κοιτά.
«Στο έχουν πει πολύ καλά το παραμύθι Σελήνα..» πρόφερε αργά το όνομα μου και συνέχισε «Όμως σε μια ιστορία υπάρχουν πάντα δύο πλευρές», σχεδόν έφτυνε τις λέξεις του, όμως αμέσως βρήκε ξανά την καλή του διάθεση.
Έκανε μερικά βήματα μπροστά μου και συνέχισε «Μπορεί να μην είναι όλα όπως φαίνονται ή όπως σου τα έχουν πει. Ίσως θα έπρεπε να ψάξεις λίγο καλύτερα..» Ήρθε λίγο πιο κοντά μου «Μέσα σου..», είπε δείχνοντας το μέρος όπου βρίσκετε η ψυχή μου. «Αυτό ήρθα να σου πω απόψε και είμαι σίγουρος ότι θα βρεις την άκρη, και θα βοηθήσεις στο να τελειώσει αυτή η ιστορία μια για πάντα!».
Μου γύρισε την πλάτη και κοίταξε το φεγγάρι «Σου έχω εμπιστοσύνη Σελήνα» μου έριξε μια τελευταία ματιά και σκαρφάλωσε με υπερβολική ταχύτητα τον τοίχο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί και εγώ είχα πέσει ξανά στην αρχική μου θέση. Ένιωσα μικρές ψιχάλες να πέφτουν στα μαλλιά μου και δεν μπορούσα να σκεφτώ απολύτως τίποτα, δεν μπορούσα καν να κουνηθώ.
Στηρίχτηκα στον τοίχο με δυσκολία και έκλεισα για μια ακόμη φορά τα μάτια μου..
 

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Lost



Πρέπει να πέρασαν μέρες από τότε που βγήκα από την κάμαρα μου. Δεν ήθελα να δω κανέναν και να αντιμετωπίσω τίποτα. Αρνούμουν να μάθω οτιδήποτε είχε να κάνει με εκείνη και παρότι η εξαιρετική μου ακοή σε συνδυασμό ότι βρισκόταν στο δίπλα δωμάτιο μπορούσαν να μου προσφέρουν την γνώση, δεν υπέκυψα.
Όλοι μέρα βρισκόμουν χωμένος στα ακουστικά μου και βυθιζόμουν στο παρελθόν. Μόνο αυτό μπορούσε να με παρηγορήσει στην προκειμένη φάση.
Φυσικά εκείνη δεν ήρθε.. από την μια πέθαινα από ανησυχία, αλλά από την άλλη ο πληγωμένος εγωισμός μου δεν μου επέτρεπε να πλησιάσω. Τι θα ωφελούσε άλλωστε. Όλα είχαν τελειώσει και όλοι είχαν πάρει αυτό που ήθελαν.
Εκτός από εμένα..
Ο μεγαλύτερος φόβος μου είχε πάρει σάρκα και οστά και όλα τα άλλα φάνταζαν ανούσια. Εμένα μπορούσα να κατηγορήσω για αυτό. Κανέναν άλλον. Όχι ότι οι τύψεις θα βοηθούσαν σε τίποτα. Εξάλλου ένας βρικόλακας παγωμένος στο χρόνο χωρίς να έχει τίποτα να ελπίζει μπορεί να ξεπεράσει οτιδήποτε.. Ακόμα και αυτό που φαίνετε ακατόρθωτο στους θνητούς.
Βέβαια το χειρότερο από όλα ήταν ότι αυτή θα βρισκόταν πάντα εδώ, για να μου το θυμίζει. Είναι μέρος αυτού τώρα πια και εγώ βοήθησα για αυτό.
Έσκαψα μόνος μου το λάκκο και τώρα το μόνο που είχε μένει να κάνω ήταν να χωθώ μέσα του.
Λένε ότι τα χρόνια που ζεις σου προσφέρουν εμπειρία.. εγώ λέω αρχίδια..
Αν είχα μάθει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα έκανα τα ίδια λάθη. Ή ίσως απλά να τιμωρώ τον εαυτό μου, ξανά και ξανά ώστε να νιώθω ζωντανός.. ποιος ξέρει. Ολόκληρες ώρες ψυχανάλυσης δεν θα έφταναν.
Οι δυνατοί θα έλεγες δεν έχουν ανάγκη από τέτοιου είδους θεραπείες, μπορώ απλά να βγω έξω, να πιω αίμα και όλα αυτά θα έχουν τελειώσει πριν καν το καταλάβω. Μέχρι να την ξαναδώ..
Το χτύπημα στην πόρτα ήταν αρκετά δυνατό ώστε να το ακούσω ακόμα και πάνω από την μουσική. Έβγαλα το ένα ακουστικό και ζήτησα να περάσουν μέσα. Εμείς οι βρικόλακες σεβόμαστε ιδιαίτερα τον προσωπικό χώρο. Η φωνή χάθηκε αργά καθώς έπαιζε ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια, το “In a manner of speaking”.
Είδα τον Aleksy να μπαίνει μέσα με τα χέρια στις τσέπες, δήθεν αδιάφορος.
«Φίλε, ούτε εγώ δεν μπορώ να δω σε τόσα σκοτάδια» κάτι που δεν ίσχυε φυσικά, αυτά τα μικρά αστειάκια μεταξύ μας είναι που κάνουν την διαφορά.
Πλησίασε την λάμπα μου και την άναψε χωρίς να με ρωτήσει. Ήταν δυσάρεστο, πάντα ήταν, άλλα προσαρμόστηκα. Έκλεισα το mp3 player και τον κοίταξα στα μάτια, ώστε να του δείξω ότι έχει την αμέριστη προσοχή μου και ας μην την είχε.
Όλη την βδομάδα είχαν έρθει εναλλάξ ώστε να με κάνουν να βγω από την φυλακή μου όμως αρνούμουν πεισματικά. Άλλωστε δεν το έκανα για κανέναν, μόνο για τον εαυτό μου.
«Φίλε» είπε ξανά με χαλαρό τόνο «Σήκω! Πάμε έξω! Οι δύο μας» είπε παιχνιδιάρικα            « Έλα..όπως παλιά. Πάμε να ξελογιάσουμε κανένα κοριτσάκι, να πιούμε μερικά ποτά.. Γάμα την, την σκύλα..» είχα πολλά χρόνια να τον ακούσω να βρίζει γυναίκα και αμέσως κατάλαβα ότι έκανες φιλότιμες προσπάθειες να με ανεβάσει.
«Aleksy» είπα μέσα από τα δόντια μου. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά για να του δείξω ότι δεν συμφωνώ με την στάση του και έχωσα τα χέρια μου στο κεφάλι μου. Δεν μπορούσα να κρυφτώ από εκείνον.
«Εντάξει δεν είναι σκύλα.. Αν και τώρα που τα λέμε φίλε, το έχει καβαλήσει το καλάμι» έκανε την χειρονομία του τρελού και κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι μου.
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι ο εαυτός της. Κάποιοι το παθαίνουν, όχι όλοι άλλα κάποιοι. Μέσα σε λίγα βράδια απέκτησε τεράστια δύναμη. Αύτη την στιγμή δεν ελέγχει αυτή την δύναμη, αλλά η δύναμη αυτήν» δεν το είχα πει φωναχτά, όμως τώρα που οι λέξεις έβγαιναν αβίαστα από το στόμα μου συνειδητοποιούσα την σοβαρότητα της κατάστασης. Σηκώθηκα πάνω και αμέσως με ακολούθησε «Πάμε να πιούμε» του είπα αποφασιστικά και τον είδα να μου χαμογελάει από την άκρη των ματιών μου.

Πήγαμε σε ένα μπαρ που συχνάζαμε παλιά, ήταν το κατάλληλο μέρος να βρεις θύματα. Οι περισσότεροι ήταν λιώμα και η μουσική ήταν καλή. Όταν καθίσαμε στο μπαρ παρήγγειλα κάτι που είχα να πιω πολύ καιρό.. ουίσκι.. Aυτό θα έκανε την δουλειά. Βέβαια ίσως να χρειαζόταν να πιω πέντε μπουκάλια έστω για να την ακούσω λίγο και σίγουρα σε μια ώρα θα μου είχε περάσει, όμως άξιζε την προσπάθεια.
Ο Aleksy μου χαμογελούσε πονηρά καθώς κατεβάζαμε τα σφηνάκια το ένα μετά το άλλο. Αφού είχαμε πιει δύο μπουκάλια ξεκίνησε να μου δείχνει τα πιθανά μας θύματα.
«Αυτή, αυτή εκεί πως σου φαίνετε;» μου έκανε νόημα προς το μέρος μιας μελαχρινής κοπέλας. Μαύρα μαλλιά, καφέ μάτια, κατάλευκη επιδερμίδα και υπέροχο μεσογειακό σώμα. Είχα ξεχάσει πως υπήρχαν γυναίκες στον κόσμο, η Σελήνα είχε την απόλυτη προσοχή μου.
Ο θυμός ξύπνησε πάλι μέσα μου και μετά από δύο σφηνάκια είπα «Υπέροχη» ο Aleksy άρχισε να χειροκροτεί από ευχαρίστηση, φαινόταν ότι εκείνος χρειαζόταν το αποψινό περισσότερο από εμένα.
«Ξέρεις ότι υπό άλλες συνθήκες θα ήμουν ήδη εκεί και θα στην έκλεβα απλά για να στην σπάσω, όμως σήμερα φιλαράκο στην χαρίζω..» μου είπε χτυπώντας με στην πλάτη. Σίγουρα με λυπόταν, γιατί όντως πάντα έκλεβε όποια με γλυκοκοίταζε.
«Ώστε αυτό έπρεπε να συμβεί για να σταματήσεις να μου κλέβεις τις γκόμενες;» του είπα γελώντας «Λοιπόν είσαι κορόιδο!» σηκώθηκα από το σκαμπό και έφτιαξα το σακάκι μου «Διότι φίλε είμαι μια χαρά» όμως δεν έπεισα κανέναν.
Πάρα αυτά πλησίασα την υπέροχη μελαχρινή και μύρισα τα μαλλιά της για λίγα δευτερόλεπτα πριν αντιληφθεί ότι βρίσκομαι πίσω της. Οι φίλες τις χασκογελούσαν κάνοντας της νόημα. Εγώ έριξα μια πονηρή ματιά στον Aleksy και έπειτα την αντίκρισα.
Με κοιτούσε με περιέργεια και μου χαμογελούσε.
«Θα μπορούσα να σε βοηθήσω σε κάτι;» μου είπε σχεδόν προκλητικά.
«Όχι, τίποτα απλά ο φίλος μου..» της είπα δείχνοντας τον Aleksy που τώρα σήκωνε το ποτό του «..Ορκιζόταν ότι τα ματιά σου είναι πράσινα, όμως εγώ του έλεγα ότι είναι καφέ» της χαμογέλασα, αυτά πιάνουν πάντα στις θνητές..
«Λοιπόν τώρα που το διαπίστωσες τι θα κάνεις;» μου είπε πίνοντας από το μπουκάλι της μπύρας που κρατούσε. Κούνησε παιχνιδιάρικα την μέση της, επίσης αυτά τα παιχνίδια πιάνουν πάντα στους άντρες.. μόνο που εγώ δεν είμαι απλά άντρας.
Την πλησίασα αρκετά και έσκυψα στο αυτί της «Τώρα λέω να σε κεράσω δύο ποτά ακόμα και μετά να πάμε στο διαμέρισμα σου..Τι λες;»  οι θνητές θέλουν να πέφτουν στο κρεβάτι με τον άντρα που ξέρει τι θέλει και ας είναι χυδαίος.
Χασκογέλασε για λίγο αλλά αμέσως σοβάρεψε, είδα τον πόθο στα μάτια της. Ο δικός μου πόθος ήταν κυρίως για το υγρό που έκαιγε στις φλέβες της, όπως και να έχει απόψε και οι δύο μας θα παίρναμε αυτό που θέλαμε.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Falling



Στο τέλος της σκάλας βρέθηκα στο μέρος, που αναζητούσα εξ αρχής.. Την ταράτσα.
Καλοδέχτηκα την αλλαγή της ατμόσφαιρας και πήρα μια μεγάλη, βαθιά ανάσα. Άλλωστε αυτό που σκόπευα να κάνω, δεν ήταν καθόλου εύκολο.
Προχώρησα με αργά βήματα και στάθηκα για ένα λεπτό κοιτάζοντας γύρω μου.
Όλα ήταν ήσυχα, κανένας δεν θα με έβρισκε εδώ πάνω και όταν το καταλάβαιναν θα ήταν πολύ αργά. Ήταν όλοι πολύ απασχολημένοι μετά την χθεσινή επίθεση.
 Προχώρησα άλλο λίγο και θαύμασα την υπέροχη θέα, που απλωνόταν γύρω μου. Τα φωτισμένα κτίρια, οι μοναχικοί δρόμοι και φυσικά το ποτάμι.. Δεν υπήρχε πιο όμορφο πράγμα να αντικρίσει κανείς πριν πεθάνει.. τουλάχιστον, από την θνητή του ζωή.
Συγκεντρώθηκα και έκανα τα τελευταία βήματα προς την άκρη του κτιρίου.
Για κάποιον που έχει υψοφοβία δεν αντέδρασα ιδιαίτερα, στην θέα του κενού. Καθώς το κοιτούσα, δεν μπορούσα να μην σκεφτώ πόσα πράγματα θα ήθελα ακόμα να κάνω και πόσα θα ήθελα να είχα κάνει.. Θα τα έκανα σαν βρικόλακας. Έτσι έλεγαν όλοι.
Θυμός με πλημμύρισε για όλους και για όλα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα πεθάνω μόνη.. Τα σοφά λόγια ερχόντουσαν στο μυαλό μου, με βία.. Σε αυτή την ζωή μόνοι μας ερχόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε..
Τι μαλακία, σκέφτηκα. Είναι σχεδόν άδικο.. Σκούπισα τα δάκρυα μου και πήρα άλλη μια μεγάλη, βαθιά ανάσα..

Γύρισα την πλάτη μου στο κενό..
Άνοιξα τα χέρια μου..
Έκλεισα τα μάτια μου..
Και πήδηξα..

Τι ωραία αίσθηση να πέφτεις..








Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν σε μια σπηλιά.
Στεκόμουν στην είσοδο της, πίσω μου βρισκόταν γκρεμός και η άγρια θάλασσα κάτω από τα πόδια μου λυσσομανούσε. Πίσω δεν πήγαινε, έτσι προχώρησα μπροστά..
Όλα ήταν σκοτεινά, όχι όμως για εμένα.. τώρα πια το σκοτάδι ήταν φίλος μου. Σε πολύ λίγο βρισκόμουν σε μια λίμνη, είχε βράχους και έναν μικρό καταρράκτη. Παραξενεύτηκα.. δεν ήταν το θέαμα που περίμενες να δεις μέσα σε μια σπηλιά. Όχι ότι είχα επισκεφτεί και πολλές, όταν ζούσα.
Μόλις έριξα μια δεύτερη ματιά, είδα μια γυναίκα να κάθετε πάνω σε έναν από τους βράχους της λίμνης. Πλησίασα πιο κοντά όμως δεν την αναγνώρισα.. όχι αμέσως.
Χαμογέλασα, με τον εαυτό μου περισσότερο. Έπρεπε να το περιμένω. Εκείνη με κοιτούσε με περιέργεια καθώς την πλησίαζα.
«Σε περίμενα..» μου είπε όταν βρέθηκα απέναντι της. Η φωνή της αντήχησε στους τοίχους αυτής, της μικρής κοιλότητας. Μας χώριζε ένα μεγάλο μέρος της λίμνης. Είχε βρεθεί έτσι απλά εκεί και σίγουρα δεν είχε κολυμπήσει, τίποτα δεν πρόδιδε κάτι τέτοιο.
«Λοιπόν, ήρθα» της είπα χαρούμενα. Έμπλεκε τα χέρια της μέσα στα μαλλιά της, καθώς με περιεργαζόταν.    Ήταν πανέμορφη, τα πυρόξανθα μαλλιά της έπεφταν απαλά έως την αρχή της μέσης της και τα μάτια της στο χρώμα του ρουμπινιού, με κοίταζαν με αινιγματικό ύφος. Ήταν ακριβώς όπως στον πίνακα, που την είχα πρωτοδεί.
«Είναι σαν να κοιτάζω, σε καθρέφτη» είπε με μεγαλοπρέπεια. Ανακάθισε στην θέση της και στήριξε τα χέρια της στον βράχο «Είσαι έτοιμη;» με ρώτησε απροσδόκητα. Όταν δεν της απάντησα, τα μάτια της έλαμψαν από χαρά.
«Είμαι έτοιμη» είπα στο τέλος, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Με μια κίνηση είχε σηκωθεί όρθια πάνω στον βράχο και είχε ανοίξει τα χέρια της.
Ξαφνικά, ένιωσα το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου να δονείτε. Κομμάτια βράχου έπεφταν από το ταβάνι της σπηλιάς. Έκλεισα τα μάτια μου, μια συνήθεια αυτοσυντήρησης. Ελπίζοντας να μην θαφτώ για πάντα εδώ μέσα.
Όταν τα άνοιξα, είδα ένα φως να κατευθύνεται με δύναμη προς την μεριά μου και όταν με χτύπησε, ένιωσα σαν να μου έκαναν ηλεκτροσόκ. Όλα γινόντουσαν τόσο γρήγορα, σαν να βρισκόμουν σε ένα όνειρο ή καλύτερα σε ένα μέρος χωρίς χρόνο. Σαν να βρισκόμουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, που συνέθετε τον κόσμο που γνωρίζουμε με αυτόν των ονείρων.
Μια ισχυρή δύναμη με είχε χτυπήσει και για μια στιγμή μόνο φοβήθηκα. Τα πόδια μου λύγισαν και έπεσα στο έδαφος.
Ένιωσα το κεφάλι μου να γέρνει πίσω και τα μάτια μου να γυρνάνε. Μπορούσα να κάνω τα πάντα.. το ένιωθα. Η δύναμη με γέμιζε, γέμιζε την κάθε σπιθαμή το κορμιού μου.
Τα ήξερα όλα.. τα είχα δει όλα.. το μέλλον, την κατάληξη, όλα..
Μπορούσα να  μετακινηθώ σε οποιοδήποτε μέρος,  χωρίς να γίνω αντιληπτή από κανέναν. Είχα την γνώση των πραγμάτων, πριν ακόμα συμβούν. Αυτή η γυναίκα με είχε προικίσει, με όλα τα αγαθά που θα μπορούσε να δώσει μια μάνα, στο παιδί της.
Τώρα πια ήμασταν ένα. Είχα τα χαρίσματα, τις γνώσεις, την εμπειρία και την δύναμη της Λάμιας μέσα μου..