Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Η Μεγάλη Ιέρεια



Βρισκόμασταν στην κορυφή ενός μικρού βουνού, από κάτω έβλεπες άγριες πλαγιές και μια μεγάλη παραλία. Στην μέση τις θάλασσας, υπήρχε ένας τεράστιος βράχος σχισμένος στα δυο. Στεκόταν άγριος, τρομακτικός και απομονωμένος σε εκείνη την μεριά της θάλασσας. Φανταζόμουν ότι είχαν πέσει πολλά αμέριμνα καράβια πάνω του, ίσως αρχοντικά, ίσως αρχαία, ίσως κάποτε αυτή η μεριά του νησιού να βοήθησε στην νίκη κάποιας μάχης.
Κοίταξα για μια στιγμή γύρω μου, δεν είδα τίποτα που να μαρτυρά ότι σε αυτό το μέρος δίνουν χρησμούς.
«Είμαστε σίγουρα στο σωστό μέρος;» είπα στον Robert, κοιτούσε και αυτός γύρω του. Τον είδα να κολλά η ματιά του σε ένα σημείο και μετά είπε «Από εδώ». Έδειξε στα δεξιά μας αλλά και πάλι δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα εκεί.
Μέσα στα μαύρα σκοτάδια ήταν δύσκολο και να διακρίνεις, πόσο μάλλον να προχωρήσεις. Το μόνο που έβλεπα μπροστά μας, ήταν ένας μεγάλος λόφος και έπειτα παντού γύρω γκρεμός. Με έπιασε από το χέρι και άρχισε να με οδηγεί, στα δεξιά του λόφου.
Όταν φτάσαμε σχεδόν στην άκρη του γκρεμού και στο τελείωμα του λόφου μου είπε «Είναι πίσω από το λόφο, ακόλουθα τα βήματα μου». Φάνταζε ακατόρθωτο  να ακολουθήσω τα βήματα του, ίσα που χώραγε άνθρωπος σε ένα τόσο δα μονοπατάκι και ο λόφος δεν ήταν μικρούλης.
Κρατώντας το χέρι μου σφιχτά, ξεκινήσαμε την πλάγια διαδρομή. Μου ερχόταν να κάνω εμετό, μόνο που έβλεπα το μαύρο κενό από κάτω μου. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην διαδρομή, ήταν πολύ δύσκολο παρότι ήξερα ότι δεν θα πέσω, είχα τον Robert μαζί μου και αυτό ήταν η καλύτερη εγγύηση.
Μετά από δέκα λεπτά, τα πόδια μας πατούσαν σε πιο σταθερό έδαφος. Ήταν όντως πίσω από τον λόφο όπως είχε πει ο Robert. Δύο δαυλοί φώτιζαν μια μικροσκοπική πέτρινη πόρτα, μια αρχαία μικροσκοπική πέτρινη πόρτα. Άγρια φυτά έβγαιναν μέσα από τις πέτρες και αμέσως κατάλαβα ότι αυτό το μέρος είχε χτιστεί μέσα στον δεύτερο λόφο, που τώρα απλωνόταν μπροστά μας.
«Καλησπέρα» μια φιγούρα ξεπρόβαλε από την σκοτεινή μικροσκοπική πόρτα και μου κόπηκε το αίμα για δεύτερη φορά, αυτό το βράδυ. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα αλλά φοβερά καλοδιατηρημένη, ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω με κάτι μπορντώ πανιά. Τα μαλλιά της, ήταν λυτά και έπεφταν μέχρι τους γλουτούς της. Θύμιζε σίγουρα κάποιο αρχαίο άγαλμα.
Ο Robert την χαιρέτησε σιωπηλά και έκανα και εγώ το ίδιο. Το μότο μου για αυτή την βραδιά θα ήταν, κάνε ότι κάνει εκείνος.  Άπλωσε το χέρι της και μας έδειξε να την ακολουθήσουμε μέσα. Ο Robert έπρεπε σχεδόν να διπλωθεί στα δύο για να περάσει την μικροσκοπική πόρτα, παρόλα αυτά το έκανε με ευκολία. Εγώ από την άλλη ένιωσα κλειστοφοβία.
Μόλις περάσαμε την πόρτα, το σκηνικό μέσα ήταν εντελώς διαφορετικό από ότι θα μπορούσα να φανταστώ. Ο χώρος ήταν τεράστιος, όμως τίποτα δεν ήταν χτισμένο στην εντέλεια, όλο το μέρος είχε μια άγρια ομορφιά. Αν φάνταζε τώρα τρομακτικό, έφερνα στο νου πως μπορεί να φαινόταν την ημέρα.
Όμως αυτός ήταν  μόνο ο προθάλαμος, υπήρχε άλλη μια πόρτα που σίγουρα οδηγούσε στο κύριο δωμάτιο. Η γυναίκα που μας είχε φέρει μέχρι εδώ, τώρα μας οδηγούσε στην πόρτα. Πριν προλάβει ο Robert να ακουμπήσει το πόδι του στο πέρασμα τις πόρτας, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, να φωνάζει επιβλητικά και τότε μου κόπηκε η ανάσα «Ο ΚΑΘΑΚΑΝΑΣ ΘΑ ΜΕΊΝΕΙ ΈΞΩ».
Γύρισα και κοίταξα τον Robert με  αγωνία και εκείνος με καθησύχασε με το βλέμμα του. «Πήγαινε» με έσπρωξε απαλά, αλλά δεν κουνήθηκα αμέσως.
Προχώρησα με αργά βήματα και τα μάτια κάτω, μέχρι που έφτασα στις αρχές του δεύτερου χώρου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου, δεν ήξερα που να πρώτο κοιτάξω, η αίθουσα ήταν τεράστια. Το φως εκεί μέσα, ήταν αρκετά δυνατό αν σκεφτείς ότι προερχόταν από δαυλούς και φανάρια. 
Στα δεξιά, υπήρχε ένας μικρός καταρράκτης και αναρριχώμενα φυτά παντού. Έβλεπες παντού άσπρο και πράσινο, σαν μια μικρή οπτασία στην μέση ενός λόφου. Στο βάθος υπήρχε ένας πέτρινος θρόνος και δεξιά και αριστερά του, δύο κολώνες μινωικού ρυθμού. Πάνω του καθόταν η μεγάλη ιέρεια, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να το καταλάβω. Ήταν ντυμένη στα άσπρα, όπως το περίμενα, έμοιαζε πολύ με την γυναίκα που με είχε φέρει μέχρι εδώ ή μάλλον η γυναίκα έμοιαζε στην μεγάλη ιέρεια.
Η γυναίκα μου έκανε νόημα να πλησιάσω και είδα την μεγάλη ιέρεια να με κοιτά διαπεραστικά, λες και μπορούσε να διαβάσει την ψυχή μου. Έκανε νόημα σε δύο άτομα δίπλα της και εκείνοι αμέσως έβαλαν ένα δοχείο στο πάτωμα.
Το δοχείο ήταν μαύρο. Ένας άντρας με χιτώνα κρατούσε με ανοιχτά τα χέρια του, το μεγάλο οβάλ δοχείο. Πάνω στο δοχείο υπήρχαν σκαλιστές φλόγες, ήταν υπέροχο.
Είδα να ρίχνουν μέσα του, κάποια φύλλα και να του βάζουν φωτιά, με την μια άρχιζε να καπνίζει.
Αυτή ήταν προφανώς η ιεροτελεστία. Οι άντρες που είχαν βάλει το δοχείο στο πάτωμα, επέστρεψαν στην αρχική τους θέση δεξιά και αριστερά του θρόνου και τότε η  μεγάλη ιέρεια σηκώθηκε. Η παρουσία της, ήταν επιβλητική. Ό ένας από τους άντρες δίπλα της μίλησε «Ποια είναι η ερώτηση σας;» είπε κοιτάζοντας με.
Δίστασα για ένα λεπτό και μετά είπα «Θέλω να μάθω, εάν είμαι απόγονος της Λάμια» έτρεμα ολόκληρη και αναρωτιόμουν εάν είχα κάνει την σωστή ερώτηση. Όπως και να είχε θα μάθαινα σε λίγο.
Η μεγάλη ιέρεια προχώρησε λίγα βήματα και ύστερα γονάτισε μπροστά στο δοχείο, έσκυψε και με απαλές κινήσεις των χεριών τις, έφερε τον καπνό κοντά της. Πέρασαν λίγα λεπτά κάνοντας το ίδιο και εγώ την παρακολουθούσα χωρίς να βλεφαρίσω στιγμή.
 Άρχισε να μουρμουράει σε μια γλώσσα που έμοιαζαν με ελληνικά, παρόλα αυτά δεν έβγαζα νόημα. Ήταν αρχαία ελληνικά.
Τότε το κατάλαβα, ο χρησμός θα μου δινόταν στην γλώσσα που ανέκαθεν δινόταν. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκα, πως θα μπορούσα να θυμάμαι τον χρησμό στα αρχαία ελληνικά;

Πριν προλάβω να αναρωτηθώ ξεκίνησε..

Η μεγάλη ιέρεια έκλεισε τα μάτια της και όταν τα ξανάνοιξε κοιτούσε το απόλυτο τίποτα, σαν να μην ήταν πραγματικά εκεί. Έπεσε σε λύμπο και η φωνή της ακουγόταν άγρια και ξένη.

...............................................................

 Όταν τελείωσε είδα τα μάτια της να εστιάζουν, αυτό ήταν.. είχε τελειώσει και εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα, χρειαζόμουν επειγόντως μετάφραση. Η μεγάλη ιέρεια σηκώθηκε και επέστρεψε στον θρόνο της.
 Όλοι φαίνονταν συγκινημένοι. Γύρισα απελπισμένα και κοίταξα την γυναίκα που με είχε φέρει εδώ μέσα, ήταν το πιο οικείο πρόσωπο. Μου εξήγησε χαμηλόφωνα, ότι ο χρησμός δίνετε πάντα στα αρχαία και ότι θα μου το μετάφραζαν, σε λίγα λεπτά.
Μόλις το είπε αυτό συνειδητοποίησα, ότι ο ένας από τους δύο άντρες είχε γράψει τον χρησμό. Φαινόταν σκεπτικός, όμως συνέχισε με την μετάφραση. Στο τέλος καθάρισε τον λαιμό του και ξεκίνησε την μετάφραση.


ΘΑ ΑΠΟΚΤΉΣΕΙΣ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΔΎΝΑΜΗ
ΑΛΛΑ ΘΑ ΧΆΣΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΣΟΥ

ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΘΑ ΝΟΜΊΖΕΙΣ ΑΛΉΘΕΙΑ
 ΔΕΝ ΘΑ ΕΊΝΑΙ ΠΑΡΆ ΜΙΑ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

ΠΊΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΆΤΙΑ ΤΩΝ ΠΛΑΣΜΆΤΩΝ
ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΗΝ ΓΑΛΉΝΗ

ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΈΛΟΣ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΉΣΕΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΌ ΣΟΥ

Είχα μείνει να τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα. Και μετά την μετάφραση, δεν καταλάβαινα απόλυτος τίποτα. Πέρασαν λίγα λεπτά και έπειτα η γυναίκα πήρε στα χέρια της τον χρησμό και μου τον έδωσε.
Είχε έρθει η ώρα να φύγω, η γυναίκα έκανε μια μικρή υπόκλιση και ξεκίνησε προς την πόρτα. Δεν την ακολούθησα αμέσως, το μυαλό μου δεν μπορούσε να δουλέψει ακόμα. Έκανα και εγώ μια υπόκλιση, όμως όταν είχα φτάσει σχεδόν στην πόρτα άκουσα την μεγάλη ιέρεια να μου μιλά. Γύρισα αργά και την κοίταξα.
«Μην εμπιστευτείς κανέναν» η φωνή της, ήταν το ίδιο επιβλητική με την παρουσία της και αυτή την φορά δεν χρειάστηκα μετάφραση.
Έκανα άλλη μια υπόκλιση και έφυγα.