Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Νεράιδες και Παιδιά του Ήφαιστου..



 Όταν άνοιξα την πόρτα, το σκηνικό δεν είχε αλλάξει πολύ. Ο Μάριος καθόταν δίπλα στην Μαρία και εκείνη ήταν στο ίδιο σημείο, με την ίδια έκφραση πόνου.
Την πλησίασα και γύρισα απότομα προς τον Μάριο «Τι έγινε;» τον ρώτησα θυμωμένα, κατηγορώντας τον με το ύφος μου «Τι της έκανες;» εκείνος σηκώθηκε και με κοίταξε στα μάτια.
«Δεν της έκανα τίποτα» μου φώναξε. Ήταν έτοιμος να μου χιμήξει και δεν θα έκανα πίσω, από την αρχή δεν το χώνευα αυτόν τον τύπο, είχε έρθει η στιγμή να του το δείξω εμπράκτως.
«Ξέρεις, έχω δείρει πολλά αγοράκια, σαν εσένα» του είπα απειλητικά και ήταν αλήθεια.   Το να μεγαλώνεις σε ορφανοτροφείο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Είχα παίξει ξύλο περισσότερες φορές από αυτές που θα ήθελα να παραδεχτώ. Ήμουν σίγουρη ότι τους είχα αφήσει ανεξίτηλες αναμνήσεις όπως είχαν αφήσει και εκείνοι σε εμένα.
 Δεν είπε τίποτα αλλά είδα το χέρι του να σηκώνετε, για να με χτυπήσει.  Ο Robert σαν αστραπή, μπήκε ενδιάμεσα μας και σταμάτησε το χέρι του στον αέρα, πριν προλάβει να τελειώσει την κίνηση του. Αμέσως μετά τον είδα να παγώνει ..«Άφησε τον!» του φώναξα. Ήμουν σίγουρη ότι του είχε ρίξει πάλι το αόρατο δίχτυ, όπως είχε κάνει και την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί με τον Robert.
«Σταματήστε όλοι σας» αυτή την φορά ακούστηκε μια απεγνωσμένη κραυγή. Ήταν της Μαρίας. Η οποία είχε κουλουριαστεί στο ίδιο σημείο, αφού πρώτα μας είχε συνεφέρει.
 Όλοι υποχώρησαν και γύρισαν προς την κατεύθυνση της.
Πήγα να την πλησιάσω, αλλά ο Robert με σταμάτησε, γύρισε στο Μάριο και του είπε «Μπορώ να την βοηθήσω» με αυτοπεποίθηση. Ο Μάριος του έκανε ένα νεύμα και έκατσε δίπλα της. Την γύρισε απαλά, προς το μέρος μας «Σελήνα, καλύτερα να φύγεις από το δωμάτιο» μου είπε, κοιτώντας με στα μάτια.
«Δεν πάω πουθενά» του είπα με πείσμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω μόνη της. Ξαφνικά είδα το δέρμα της Μαρίας να αλλάζει χρώμα και να μετατρέπετε σε χρυσό. Δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει.
«Τι θα της κάνεις;» τον ρώτησα με φόβο.
«Θα τις δώσω λίγο από το αίμα μου» είπε αμέσως, λες και ήξερε τι θα τον ρωτούσα. Ξαφνικά άρχισαν οι κυνόδοντες του να μακραίνουν. Ήταν απίστευτο να τον βλέπω έτσι, έμοιαζε με άγριο θηρίο.
Την ώρα που ήταν έτοιμος να δαγκώσει το σημείο όπου περνούσαν οι περισσότερες φλέβες από το χέρι του, τον σταμάτησα. «Περίμενε!» είπα λαχανιασμένα, λες και μόλις είχα τρέξει εφτά χιλιόμετρα «Αν πιει από το αίμα σου, μπορεί να γίνει σαν εσένα;» μόλις τελείωσα την ερώτηση μου, είδα τον Μάριο να πανιάζει.
«Πρέπει να πεθάνεις για να γίνεις σαν εμένα» είπε ψυχρά, έβλεπε στο βλέμμα μου ότι δεν μου άρεσε και τόσο, αυτό που ήταν.
«Δηλαδή όταν πεθάνει θα γίνει..;» το μυαλό έτρεχε μίλια μακριά, και καλά, καλά δεν ξέραμε τι της συνέβαινε.
«Όχι» με διέκοψε «Η Μαρία από σήμερα θα γίνει κάτι άλλο» είπε και την κοίταξε τρυφερά. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα, και ένιωσα μέσα μου ένα τσίμπημα. Δεν μίλησε κανείς για λίγο και έπειτα πήρε ξανά τον λόγο ο Robert «Η Μαρία θα γίνει Νεράιδα..» είπε και την ξανακοίταξε, εκείνη του χαμογέλασε πονεμένα.
Ο Μάριος και εγώ είχαμε μείνει να τους κοιτάζουμε, όμως διέκρινα στο πρόσωπο του τρόμο και σιγά, σιγά άρχισε να υποχωρεί με το βήμα του προς τα πίσω, τον κοίταξα μπερδεμένη.
 «Δεν το ήξερες;» τον ρώτησε ο Robert  ήρεμα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έπεσε δυστυχισμένα στην πολυθρόνα.
«Ναι, είμαι και εγώ εδώ» είπα νευριασμένα «Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, τι στο καλό σημαίνει αυτό;» κοιτούσα μια τον έναν και μια τον άλλον, αλλά κανείς δεν μιλούσε. Όταν πήγα να ξανά ανοίξω το στόμα μου, ο Robert με σταμάτησε αυταρχικά «Όχι τώρα» και γύρισε σε αυτό που έκανε πριν.
Δάγκωσε με δύναμη το χέρι του και στην θέα αυτού, γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξανακοίταξα.. η Μαρία έπινε αργά από το χέρι του. Μετά  από λίγο την σταμάτησε τρυφερά «Είναι αρκετό» της είπε γλυκά και την βοήθησε να καθίσει. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» την ρώτησε μισό λεπτό αργότερα.
«Μια χαρά, σε ευχαριστώ» του απάντησε εκείνη, το ίδιο γλυκά.
«Η Σελήνα θα σε βοηθήσει να μαζέψεις τα πράγματα σου. Πρέπει να γυρίσεις στην γενετήρια σου, απόψε» γύρισε και κοίταξε τον Μάριο «Θα την πας εσύ» του είπε. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και μας διέταζε όλους, σύμφωνα με αυτά που έπρεπε να γίνουν.
Εκείνος δίσταζε να συμφωνήσει, για τον αν θα την πήγαινε στην Νεράιδα και φαινόταν ότι άρχιζε να εκνευρίζει τον Robert «Δεν χρειάζεται να το μάθουν οι υπόλοιποι» του είπε θυμωμένα.
Αμέσως πετάχτηκε η Μαρία «Ποιοι υπόλοιποι;» φαινόταν ανήσυχη, δεν φαινόταν να είχε παρατηρήσει την προηγούμενη συζήτηση τους. Εγώ είχα παραδώσει τα όπλα σε αυτή την υπόθεση, δεν καταλάβαινα τίποτα απολύτως.
«Θα μιλήσετε στον δρόμο» της είπε ήρεμα ο Robert «Αυτή την στιγμή, πρέπει να ετοιμαστείς όσο πιο γρήγορα γίνετε» την βοήθησε να σηκωθεί και την έφερε προς το μέρος μου.
Την πήρα από το χέρι και την βοήθησα να πάμε στο δωμάτιο της. Το χρώμα της δεν είχε αλλάξει. Το αίμα του Robert είχε βοηθήσει μάλλον μόνο στον πόνο. Έκατσε στο κρεβάτι και άρχισε να μου δίνει οδηγίες, για το τι να βάλω στην βαλίτσα της. Μόλις τελειώσαμε έκατσα δίπλα της, δεν μπορούσα να μην την ρωτήσω για όλα αυτά και εκείνη δεν ξαφνιάστηκε όταν το έκανα.
«Το ήξερα από μικρή. Απλά δεν ήξερα αν θα συμβεί σίγουρα. Ξέρεις, αυτά τα πράγματα σου φαίνονται απίστευτα, ακόμα και όταν είσαι πέντε χρονών και βλέπεις μεγάλα όμορφα κορίτσια με διάφανα φτερά. Τότε μας φαινόντουσαν όλα σαν παραμύθι. Φυσικά μου έχουν εξηγήσει τα πάντα για την φυλή μας» γελούσε, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο όμορφη ήταν.
Δίστασα να κάνω την επόμενη ερώτηση, αλλά την έκανα ούτως η άλλως «Για τον Robert, ήξερες;».
«Όχι μέχρι σήμερα. Όταν αρχίζει η μετάλλαξη, αρχίζεις να αναγνωρίζεις τα άλλα πλάσματα, θα μου πάρει χρόνο. Μα καλά, πως έμπλεξες έτσι;» με ρώτησε γλυκά, δεν μπορούσα να κρατήσω το χαμόγελο μου.
 «Ούτε εγώ ξέρω» της είπα θλιμμένα «Πρέπει να φύγω και εγώ. Θα πάμε στην Κρήτη, να συναντήσουμε μια ιέρεια. Θα μας δώσει ένα χρησμό..» δεν μπορούσα και εγώ η ίδια να πιστέψω, αυτά που έλεγα.
Η Μαρία με κοίταζε, με ανοιχτό το στόμα «Θα συναντήσεις την Μεγάλη Ιέρεια;» με ρώτησε, με θαυμασμό.
«Ναι, γιατί την ξέρεις;» μου ακούστηκε τόσο χαζή η ερώτηση μου, αλλά τώρα ήταν αργά, την είχα ήδη ξεστομίσει.
«Μα φυσικά! Όχι αυτοπροσώπως, αλλά στις μέρες μας έχουν μείνει μόνο δύο. Η μια είναι στους Δελφούς και η άλλη στην Κρήτη. Ξέρεις είναι μεγάλη τιμή να συναντήσεις την Μεγάλη Ιέρεια; Θα έπρεπε να νιώθεις πολύ περήφανη.. αλλά γιατί θα την συναντήσεις;» μου θύμιζε την παλιά καλή, ανέμελη Μαρία. Που πετούσε τις ερωτήσεις, την μια μετά την άλλη και παραμιλούσε μόνη της, δίχως να περιμένει απάντηση.
Της χαμογέλασα ξανά, αλλά το χαμόγελο μου έσβησε μόλις συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να της πω, ότι υπήρχε περίπτωση, να μην την ξαναέβλεπα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Ναι, ξέρεις έχουμε ένα πρόβλημα» προσπαθούσα να της το φέρω απ’ έξω, απ’ έξω «Υπάρχει περίπτωση να είμαι απόγονος ενός αρχαιοελληνικού βρικόλακα» βούλιαξα ακόμα περισσότερο στο κρεβάτι. Η Μαρία είχε σαστίσει, και δεν φαινόταν να μπορεί, να πει κάτι. «Ακριβώς έτσι αντέδρασα και εγώ..» της είπα, νευρικά.
Στο τέλος είπε «Κοίτα, αν αυτή είναι η μοίρα σου.. δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Δηλαδή κοίτα εμένα» είπε γελώντας, με αγκάλιασε τρυφερά «Όπως και να έχει, εμείς δεν θα χωριστούμε ποτέ» είπε στο τέλος.
Τώρα πως θα τις το έλεγα; Πήρα μια βαθιά ανάσα και την κοίταξα στα μάτια «Αν όντως είμαι απόγονος αυτού του βρικόλακα, πρέπει να ακολουθήσω τον Robert» της είπα, με παράπονο «Στο Λονδίνο». Ένιωσα ένα δάκρυ να κυλάει και να βρίσκει το τέλος του στο στόμα μου, αυτή η αλμύρα έμοιαζε γλυκιά αυτή την στιγμή.
«Άκου» μου είπε με αποφασιστικότητα «Πήγαινε στην Κρήτη να δεις τι ακριβώς συμβαίνει, θα πάω και εγώ στα Τρίκαλα να τελειώσω την μετάλλαξη και μετά βλέπουμε..» μόνο που με άγγιξε ένιωσα πολύ καλύτερα. Συμφώνησα σιωπηλά μαζί της και κάτσαμε για λίγα λεπτά, χωρίς να μιλάμε. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Robert «Μαρία, πρέπει να φύγεις» της είπε ήρεμα και την βοήθησε, να σηκωθεί.
Μόλις μπήκαμε στο σαλόνι, όπου βρισκόταν ακόμα ο Μάριος, είδα προς μεγάλη μου έκπληξη την Μαρία να γουρλώνει τα μάτια της.
 «Μαρία;» ξεκίνησα να λέω, αλλά ο Robert μου έκλεισε το στόμα. Η Μαρία πλησίασε αποφασιστικά τον Μάριο και τον κοίταξε με αηδία. Στο τέλος του έδωσε ένα χαστούκι που ήχησε σε όλο το δωμάτιο και για άλλη μια φορά εκείνη την μέρα, είχα μείνει να κοιτάζω, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα..
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Τι παιχνίδι παίζεις;» του φώναζε, η φωνή της ακουγόταν ξένη, ο Robert την πλησίασε, για να την ηρεμήσει.
«Δεν το ήξερα» της είπε ο Μάριος, φαινόταν πληγωμένος. Βασικά είχε το μαύρο του το  χάλι και υπό άλλες συνθήκες θα χαιρόμουν, αλλά τώρα απλά τον λυπόμουν.
«Δεν θέλω να με πάει εκείνος!» η Μαρία είχε γυρίσει προς τον Robert και του φώναζε,     σαν μικρό παιδί που δεν του κάνουν το χατίρι.
«Άφησε τον να σου εξηγήσει» της είπε γλυκά ο Robert «Πρέπει να μιλήσετε» εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά στο τέλος υποχώρησε.
Αυτό που μου την έδινε περισσότερο, ήταν ότι σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, ο Robert μπορούσε να της σταθεί καλύτερα από μένα. Όταν ηρέμησαν για μια ακόμη φορά τα πνεύματα, ο Robert πήρε στην αγκαλιά του την Μαρία, αφού δεν μπορούσε να περπατήσει ακόμα και έφυγε, με τον Μάριο να τους ακολουθεί με την βαλίτσα στο χέρι και την ουρά στα σκέλια.
Όταν πια είχα μείνει μόνη μου στο σπίτι, έριξα μια ματιά γύρω μου. Όλα έμοιαζαν ξένα,   σαν να μην είχα ζήσει εκεί μέσα για τέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Η Μαρία θα γινόταν Νεράιδα..
Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα μπορούσα να το φανταστώ, γενικά δεν θα μπορούσα να φανταστώ αυτή την εξέλιξη στην ζωή μας. Με έναν περίεργο τρόπο όμως, όλοι συνδεόμασταν, είχαμε κάτι κοινό, ήμασταν όλοι φρικιά. Γέλασα στην ιδέα.
Ένας βρικόλακας, μια νεράιδα, ένα παιδί του Ήφαιστου και μια απόγονος της Λάμια.
Ο Robert  τώρα είχε επιστρέψει και με κοίταζε που χαμογελούσα «Σου φαίνετε κάτι αστείο;» με ρώτησε, με μισό χαμόγελο.
 Ξαφνικά ξέσπασα σε γέλια, είχα διπλωθεί στην μέση του δωματίου και δεν μπορούσα να αναπνεύσω από τα γέλια. Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αυτή την στιγμή, εγώ θα μπορούσα να γελάω με όλα αυτά;
Μέτα από λίγα λεπτά σοβάρεψα απότομα, ο Robert με κοιτούσε σαν να ήμουν από άλλο πλανήτη «Μπορείς τώρα να μου εξηγήσεις, τι στο καλό έγινε σήμερα εδώ;» τον ρώτησα ξεφυσώντας.
«Η Μαρία θα γίνει Νεράιδα» μου είπε ψυχρά.
«Ναι, αυτό το έπιασα» του είπα νευριασμένα «Για τα υπόλοιπα, σε ρωτάω» κάθισα με φόρα στον καναπέ και πήρα άλλη μια ανάσα.
«Οι νεράιδες είναι πλάσματα της φύσης και τα παιδία του Ήφαιστου εκτός από το να αιχμαλωτίζουν τους εχθρούς τους με το αόρατο δίχτυ, η κύρια δύναμη τους είναι η Φωτιά» άφησε την τελευταία λέξη να κρέμεται «Οι Νεράιδες, με τα παιδιά του Ήφαιστου είναι ορκισμένοι εχθροί» είπε τελειώνοντας και κάθισε και εκείνος κουρασμένα στην  πολυθρόνα.
Τώρα είχαν αρχίσει να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Για αυτό τον είχε χαστουκίσει και εκείνος της είχε πει ότι δεν το γνώριζε, αλλά ούτε εκείνη το ήξερε μέχρι σήμερα. Μέχρι      να βγει από το δωμάτιο της, δεν είχε καταλάβει. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και έκλεισα τα μάτια μου, τα ένιωθα να τσούζουν. Σαν να είχα δει τηλεόραση, για δέκα ώρες συνεχόμενα.
«Θα είναι ασφαλής μαζί του;» τον ρώτησα μετά από λίγα λεπτά.
«Έτσι πιστεύω, την αγαπάει. Αλλά σίγουρα θα έχουν πολλά προβλήματα, αν αποφασίσουν να είναι μαζί τελικά» είπε σκεπτικός.
Ένιωθα πολύ κουρασμένη, παρότι δεν είχα δουλέψει σήμερα, ήταν από τις πιο κουραστικές μέρες τις ζωής μου. Σηκώθηκα από τον καναπέ και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Μπήκα μέσα μισοκλείνοντας την πόρτα, ήθελα λίγο προσωπικό χώρο, ήθελα απελπιστικά να κοιμηθώ. Κάθισα στο κρεβάτι και έβγαλα τα παπούτσια μου, η ανακούφιση με συνεπήρε για λίγα λεπτά και ξανά έκλεισα να μάτια μου.
 Όταν τα άνοιξα ο Robert είχε μπει στο δωμάτιο «Θα ήθελα να κοιμηθώ» του είπα κουρασμένα.
Φάνηκε να ενοχλείτε για ένα λεπτό και έπειτα μου είπε «Εντάξει» κάθισε δίπλα μου και με πήρε στην αγκαλιά του. Καθώς χώθηκα στο στέρνο του ένιωσα κούραση να με κυριεύει ξανά, άλλο λίγο και θα κοιμόμουν.
 «Αύριο το βράδυ φεύγουμε» είπε απαλά «Δεν ξέρω πόσες μέρες θα χρειαστεί να μείνουμε στην Κρήτη, για αυτό καλύτερα πάρε μαζί σου ότι μπορεί να χρειαστείς. Θα μιλήσουμε και αύριο» μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε.
Ξεντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και ξάπλωσα, όμως ο ύπνος δεν μπορούσε να με βρει. Είχα χαθεί στις γωνίες του μυαλού μου, προσπαθώντας να μην νιώθω αχνός για την  αυριανή μέρα που θα ερχόταν. Κάποια στιγμή κατάφερα να αδειάσω το μυαλό μου και όχι τόσο ώστε να κάνω προβολή αλλά τόσο, όσο χρειάζεται κάποιος να νιώσει ξεγνοιασιά.. και ο ύπνος με βρήκε.