Το πρωί άργησε να έρθει, όπως αργούσαν τα πάντα τον τελευταίο καιρό ή
έτσι μου φαινόταν. Ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και συνάντησα τους
άλλους στην ταράτσα, έτσι είχαμε συνεννοηθεί το προηγούμενο βράδυ.
Σήμερα η μέρα μύριζε βροχή, βροχή και προμηνυόταν μια μέρα με ανεβασμένη
θερμοκρασία. Μπορεί οι καιρικές συνθήκες να μην με επηρέαζαν καθόλου, ωστόσο αυτό
το πρωινό μπορούσα να καταλάβω πολλά με τις αισθήσεις μου στο κόκκινο.
Είχαμε συμφωνήσει την ταράτσα διότι ήταν το μοναδικό μέρος στο Άνδρο.
Δεν είχε τοίχους, πόρτες, παράθυρα και οτιδήποτε που θα μπορούσε κάποιος να
κρυφακούσει. Αν και το σιχαινόμουν αυτό το μέρος για λόγους που δεν χρειαζόταν
να εξηγήσω ούτε στον εαυτό μου. Εκείνη είχε διαλέξει αυτό το μέρος για να
τερματίσει την ζωή της και κακά τα ψέματα, ήταν ιδανικό.
Ένιωθα στον αέρα την
ανυπομονησία που περιτριγύριζε την ατμόσφαιρα και προσπαθούσα να το παίξω όσο
πιο ψύχραιμος μπορούσα. Αυτό που θα
γινόταν δεν ήταν απλά πρωτόγνωρο, διαφορετικό ή καινούργιο. Ήταν πέρα από την
σφαίρα της φαντασίας μας και ας ήταν μεγάλη.
Είχα να αντικρίσω τον ήλιο τριάντα και χρόνια, το ίδιο και οι
υπόλοιποι. Μπορεί η διάρκεια να είχε διαφορά αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.
Μία η ανασφάλεια που νιώθαμε, μία το γεγονός ότι έπρεπε να δώσουμε προσωπική
μάχη για να φέρουμε εις πέρας αυτή την
αποστολή και ας μην ξεχνάμε ότι η νύχτα ήταν η δύναμη μας, όχι η μέρα.
Η Λευκή Μάγισσα είχε κάνει καλά την δουλειά της. Μέσα σε ένα απόγευμα,
είχε δημιουργήσει ένα φίλτρο που θα μας επέτρεπε να αποκτήσουμε την όραση μας
μέχρι την δύση του ηλίου και να κρατήσουμε όλες τις δυνάμεις μας. Επίσης
κατάφερε κάτι εξίσου σημαντικό, μας έδεσε μεταξύ μας ώστε να μπορούμε να κινούμαστε
σαν ένα απέναντι σε μια απειλή αλλά και ξεχωριστά αν χρειαζόταν. Ξέραμε τι συνέβαινε
σε όλους την ίδια ώρα και που βρισκόμασταν, χωρίς καν να μπορούμε να ακούσουμε
τις σκέψεις μας όπως έκανα εγώ με τους αγαπημένους φίλους.
Στα χρόνια μου, ποτέ μου δεν είχα ακούσει ότι μια Μάγισσα μπορούσε να
τα κάνει όλα αυτά. Ίσως επειδή δεν ήθελαν να το γνωρίζουμε ή απλά επειδή ποτέ
κανένας δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε ή ακόμα να
ζητήσουμε βοήθεια. Πάντα η φάρα μας, θεωρούσε υποτιμητικό να ασχοληθείς με
οποιοδήποτε άλλο πλάσμα και ας κρατούσαμε διπλωματικές και τυπικές σχέσεις με
όλους. Η αλήθεια ήταν ότι μόνο στην δύσκολη στιγμή και εκεί που έχεις
στριμωχτεί πραγματικά, θα ζητήσεις βοήθεια από κάποιον που δεν θα το περίμενες
ποτέ. Και μετά από τόσα χρόνια, είχα αποφασίσει ότι κανείς δεν κάνει για τα
πάντα και ας ένιωθα το αντίθετο.
Έκλεισα τα μάτια μου για λίγο και αφουγκράστηκα. Όλα ήταν ήσυχα ακόμα,
ο κόσμος δεν είχε σηκωθεί από τα κρεβάτια του. Άλλωστε σήμερα ήταν Σάββατο,
πολλοί ήταν αυτοί που δεν δούλευαν και είχαν περάσει την βραδιά τους σε κάποια
παμπ πίνοντας, μέχρι να μην μπορούν να διακρίνουν αν το χέρι τους έχει πέντε ή
έξι δάχτυλα.
Η ανυπομονησία με έπνιγε και έπρεπε επιτέλους να μιλήσει κάποιος «Το
έφερες;» γύρισα προς το μέρος όπου ένιωθα την μυρωδιά της Roxie. Βλακώδες, δεν μπορούσε να με δει
αλλά ήξερε ότι είχα στραμμένη όλη μου την προσοχή πάνω της.
«Ναι, το έχω στην τσέπη μου και ειλικρινά παιδία δεν μπορώ να το πάρω
απόφαση. Προτείνω να το πιούμε όλοι μαζί..» το χέρι της χώθηκε βαθιά στην τσέπη
της και άρχισε να ψαχουλεύει κάνοντας μικρούς διακριτικούς ήχους. Όταν το βρήκε,
το απελευθέρωσε με έναν μικρό ήχο νίκης «Έφερα σφηνοπότηρα!» είπε με τέτοια
χαρά, που νόμιζα ότι είχα κάνει κοπάνα από το σχολείο για να πιω με τους φίλους
μου μπύρες.
Το υγρό κύλισε μέσα στα μικροσκοπικά ποτήρια και τα μοίρασε με λαχτάρα
σε όλους μας. Στην συνέχεια πήρε μια βαθιά ανάσα «Έτοιμοι; Ένα.. δύο.. τρία»
πριν προλάβω να το σκεφτώ, το είχα καταπιεί. Άλλωστε δεν είχα ιδέα τι γεύση θα
είχε. Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν είχε. Ήταν σαν να είχα κατεβάσει αέρα
κοπανιστώ.
Περιμέναμε για λίγη ώρα χωρίς να γίνει κάτι. Από το μυαλό μου πέρασε ή
ιδέα ότι αυτή η μάγισσα μας είχε παίξει για τα καλά, όμως έκανα λάθος. Ξαφνικά
άρχισα να νιώθω πόνο, και τα μάτια μου να καίνε, με τον ίδιο ακριβώς πόνο που
βιώνω κάθε μέρα όταν γίνετε η αλλαγή. Όμως τώρα ο πόνος γινόταν χειρότερος και
στην παραζάλη μου γονάτισα. Κάτι παρόμοιο πρέπει να βίωναν και οι υπόλοιποι
μιας και τους άκουγα να αγκομαχούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Ευτυχώς το βασανιστήριο δεν κράτησε για πολύ αν και ας ήταν
περισσότερο από οποιαδήποτε αλλαγή. Όταν άνοιξα τα μάτια μου έβλεπα θολά όμως
το τοπίο ξεκαθάρισε πολύ γρήγορα. Σηκώθηκα πάνω παραπατώντας και βοήθησα και
τους υπόλοιπους να σηκωθούν. Σε λίγα λεπτά είχαμε γυρίσει όλοι και χαζεύαμε τον
όμορφο ήλιο που τώρα ανέτειλε. Ο
περισσότερος κόσμος σε αυτό τον πλανήτη θαύμαζε τον ήλιο να δύει, εμένα όμως η
ανατολή μου δημιουργούσε ιδιαίτερο δέος, πόσο μάλλον τώρα που είχα να την δω
τόσα χρόνια.
Το Λονδίνο στα πόδια μας, ο ήλιος στο πρόσωπο μας, δεν ήθελα να φύγω
από εδώ και να τελειώσω καμία αποστολή και ας σήμαινε αυτό την διάσωση της
Σελήνας.
«Ουαου..» Αυτό το επιφώνημα
ταίριαζε απόλυτα στην εικόνα μπροστά μας «Φίλε.. αυτό είναι.. καταπληκτικό»
είπε με μια ανάσα ο Aleksy. Η ευτυχία που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο
τους αλλά και στο δικό μου ήταν ασύλληπτη. Ακόμα και ο Sakito ο σκληρός της παρέας, αν μπορούσε
να κλάψει αυτή την στιγμή θα έκλαιγε σαν μικρό κοριτσάκι. Κάνεις δεν περίμενε
να μας συμβεί αυτό που μας συνέβη εδώ πάνω, αλλά ήταν μια ευκαιρία που θα
ερχόταν μια φορά σε αυτή την ατέλειωτη, μακροχρόνια ζωή μας και δεν μπορούσαμε
απλά να μην την ρουφήξουμε. Η κατάρα της Σελήνα μας είχε προσφέρει ένα απίθανο
δώρο. Όταν ήρθε ξανά στο μυαλό μου.. η μαγεία έσβησε.
