Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - And wild is the..



Ένιωσα τον ήλιο να με καίει και πάλεψα για να ανοίξω τα μάτια μου. Όταν τα κατάφερα, είδα το δωμάτιο λουσμένο στο φως. Είχα κοιμηθεί πάνω στον Robert, μόλις το συνειδητοποίησα τον είδα να μου χαμογελά, κοιτάζοντας για μια ακόμη φορά το κενό.
«Καλημέρα» του είπα γλυκά, φιλώντας τον.
«Σκεφτόμουν μήπως θα ήθελες να πάμε στην θάλασσα σήμερα» είπε αργά, είχαμε την καλύτερη διάθεση και οι δύο αυτό το πρωινό.
«Τέλεια» είπα ανυπόμονα, «Θα φάω πρωινό και φύγαμε» όμως δεν μπόρεσα να τον αποχωριστώ τόσο γρήγορα, έτσι έκατσα για λίγο ακόμα μαζί του. Τα χέρια του με άγγιζαν παντού, τα δάχτυλά του φώλιαζαν σε όλο το κορμί μου. Πλέον είχε μάθει και το παραμικρό ψεγάδι μου.
Απρόθυμα, ντύθηκα και πήγα στην τραπεζαρία. Σήμερα δεν είχα πολύ όρεξη για φαγητό, έφαγα δυο φέτες ψωμί με βούτυρο και πήγα να συναντήσω τον Robert. Βρισκόταν έξω από το αμάξι, κρατώντας το μαύρο του μπαστούνι και με περίμενε. Μπήκα αμέσως στην θέση του οδηγού και ξεκίνησα.
Σήμερα ο Robert δεν μπορούσε να με οδηγήσει. Έτσι αφού έριξα μια μικρή ματιά στον χάρτη, αποφάσισα να πάω και όπου μας βγάλει. Ένιωθα θαρραλέα αυτό το πρωινό και ήθελα να δω τι άλλο έκρυβε αυτό το νησί.
Ανέβηκα ένα μεγάλο βουνό και ύστερα το κατέβηκα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι είχα φτάσει στην άλλη μεριά του νησιού και συνειδητοποίησα ότι μπροστά μου ξεχύνονταν χωράφια.
Σε αυτή την μεριά του νησιού οι άνθρωποι έσπερναν. Ήταν μια ευθεία και μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, έβλεπες χρώματα. Από τα ηχεία του αυτοκινήτου ακουγόταν το  Wild   is the wind, του David Bowie, ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια. Όλοι αυτοί   οι συνδυασμοί με είχαν συνεπάρει, ένιωθα ότι είχα πάρει το καλύτερο χάπι έκστασης. Η ομορφότερη μέρα του καλοκαιριού, μου έκανε όλα τα χατίρια.
Στο τέλος της μεγάλης ευθείας υπήρχε ένα καταπράσινο χωράφι. Ένα τεράστιο ποτιστήρι  το έβρεχε, ζήλεψα την χάρη του και μόλις το πλησίασα σταμάτησα αμέσως το αμάξι.
Άνοιξα την πόρτα και έτρεξα προς το χωράφι. Το κρύο νερό που έπεφτε σαν βροχή από το ποτιστήρι, έκανε το σώμα μου να ανατριχιάζει. Τέντωσα τα χέρια μου, για να το νιώσω να κυλά στα δάχτυλα μου και άρχισα να στριφογυρίζω σαν μικρό παιδί. Μυρωδιές ερχόντουσαν από παντού, φρούτα, γρασίδι, νερό, φύση.
«Έλα!» του φώναξα χαρούμενα, κοίταζε προς το μέρος μου. Βγήκε και ακολούθησε την φωνή μου..

Love me, love me, love me, love me, say you do
let me fly away with you
for my love is like the wind, and wild is the wind
Wild is the wind..

Τον είδα να χαμογελάει καθώς με πλησίαζε. Του έβγαλα το σακάκι και άρχισε να βρέχετε και αυτός μαζί μου. Μόλις ένιωσε το νερό, το χαμόγελο του έγινε μεγαλύτερο, τον είδα να γλείφει τις σταγόνες από τα χείλη του. Άρχισε να με φιλάει παθιασμένα και μόλις με άφησε, συνέχισε το τραγούδι από εκεί που το είχα αφήσει..

Give me more than one caress
satisfy this hungriness
Let the wind blow through your heart
Oh wild is the wind, wild is the wind

You touch me, I hear the sound of mandolins
You kiss me
With your kiss my life begins
You're spring to me, all things to me
Don't you know you're life, itself!

Like the leaf clings to the tree,
Oh, my darling, cling to me
for we're like creatures in the wind,
and wild is the wind

Wild is the wind

Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω να τραγουδάει..
Για την ακρίβεια από τότε που μου είχε διηγηθεί την ιστορία του. Όμως ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε να τραγουδά τόσο εκπληκτικά.
Η χροιά του ήταν μπάσα και με υπέροχο χρώμα, η έκφραση του καθώς ερμήνευε ερωτεύσιμη. Ένιωσα θλίψη για μια στιγμή, θα μπορούσε να είχε γίνει μεγάλος καλλιτέχνης. Τα είχε όλα.. ομορφιά, ταλέντο και έκφραση. Ότι θα ζήλευε οπωσδήποτε τραγουδιστής. Μετά από αυτό ήθελα να του πω ότι νιώθω, να τα ξεφουρνίσω όλα. Όμως με πρόλαβε εκείνος.
Όταν πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να αντιληφθώ ότι είχε σταματήσει να τραγουδά, είπε «I love you» σχεδόν θυμωμένα αλλά και με αγωνία, λες και κρατιόταν να μην το ξεστομίσει. Πριν προλάβω να απαντήσω  με φίλησε με λύσσα και ένιωσα την γλώσσα του να καίει στο στόμα μου.
Όταν βρήκα την δύναμη να τον σταματήσω, του είπα λαχανιασμένα «Και εγώ σ’ αγαπώ». Ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του και αμέσως με ξαναφίλησε. Ο κόσμος γυρνούσε γύρω μας, εμείς όμως είχαμε σταματήσει τον χρόνο, μέχρι και οι σταγόνες είχαν σταματήσει να πέφτουν. Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήταν της φαντασίας μου, αλλά στον δικό μας κόσμο όλα ήταν πιθανά. Άργησα να το καταλάβω αλλά αυτός ο κόσμος δεν ήταν μόνο του Robert, ήταν και δικός μου, τώρα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Το μόνο που με κρατούσε πίσω ήταν ο φόβος, τώρα όμως δεν φοβόμουν. Βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά του και τίποτα δεν φάνταζε τρομερό, ήμουν πιο ερωτευμένη από ποτέ.

Απρόθυμα επιστρέψαμε στο αμάξι, το κομμάτι είχε τελειώσει αλλά πλέον δεν είχε σημασία. Έβαλα μπροστά και συνεχίσαμε προς το άγνωστο, μετά από λίγη ώρα βρήκα μια μικρή παραλία. Δεν υπήρχε κανένας και έπρεπε να κατέβεις επικίνδυνα σκαλιά για να βρεθείς στην θάλασσα.
Αφού εξήγησα την μικρή διαδρομή στον Robert, πήρε το μπαστούνι του και με οδηγό εμένα ξεκινήσαμε την κατάβαση. Φυσικά θα μπορούσε να κατέβει και μόνος του, είχε όλες τις υπόλοιπες οξυμένες αισθήσεις του να τον βοηθούν, όμως εγώ ένιωθα υπερπροστατευτική απέναντι του.
Η προσπάθεια άξιζε μόνο και μόνο για την ανατριχίλα που ένιωσα, όταν η θάλασσα έβρεξε για πρώτη φορά τα πόδια μου. Ο Robert κρατούσε το σακάκι του πίσω από τον ώμο και με κλειστά μάτια άκουγε τον ήχο της θάλασσας με ευχαρίστηση.
 Άρχισα να γδύνομαι, ήξερα ότι εδώ δεν θα μας έβλεπε κανείς και φυσικά δεν είχα πάρει μαζί μου μαγιό. Η θάλασσα είχε το πιο όμορφο χρώμα που είχα δει ποτέ σε θάλασσα, βέβαια δεν είχα ποτέ ταξιδέψει πουθενά, είχα δει μόνο φωτογραφίες. Η φωτογραφία        σε σχέση με την πραγματικότητα δεν συγκρινόταν, αυτό ήταν αλήθεια.
Μπήκα αργά στην θάλασσα και το νερό με καλοδέχτηκε, νόμιζα ότι θα ήταν κρύο όμως έκανα λάθος, σε αυτόν τον κολπίσκο η θερμοκρασία ήταν αρεστή. Κοίταξα για μια στιγμή  προς τα πίσω και είδα τον Robert να ξεκουμπώνει το πουκάμισο του. Μπροστά μου ξεχυνόταν ο ωκεανός και δεν μπορούσα να κοιτάξω τίποτα άλλο.
Δεν είχα ξανακάνει μπάνιο γυμνή και σίγουρα ήταν από τα μεγαλύτερα μου λάθη, είχε εκπληκτική αίσθηση. Πλησίασα την στεριά, ήθελα να τον βοηθήσω να μπει μέσα παρότι  δεν χρειαζόταν. Δεν άργησε να περάσει από το μυαλό μου η ιδέα, ότι σε λίγο καιρό μπορεί να ήμασταν στην ίδια κατάσταση. Το να χάνει κάποιος την όραση του δεν είναι απλό, ωστόσο ο Robert δεν έμοιαζε καθόλου ανήμπορος απλά όπως έλεγε αυτή ήταν η κατάρα του.
Τον τράβηξα απαλά και εκείνος αμέσως με άφησε και βούτηξε δείχνοντας μου πόσο καλός κολυμβητής είναι. Βγήκε στην επιφάνεια μετά από αρκετά λεπτά, θα ήταν χαζό να νομίζω ότι μπορούσε να πνιγεί, ωστόσο η ανησυχία δεν έφευγε.
Τον πλησίασα με δισταγμό, εγώ δεν γνώριζα τόσο καλό κολύμπι αλλά ευτυχώς ακόμα πατούσα. Έπιασε την γυμνή μου μέση με τέτοια προσοχή λες και υπήρχε περίπτωση να σπάσω «Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να σε δω αυτή την στιγμή..» μου ψιθύρισε στο λαιμό και έπειτα μου έδωσε ένα φιλί στο ίδιο σημείο «Φαντάζομαι τον ήλιο να σε λούζει και η θάλασσα να γίνετε ένα με το πράσινο των ματιών σου» κράτησε το πρόσωπο μου στα χέρια του και φίλησε τα μάτια μου.

Εκείνη την στιγμή έκανα την πρώτη μου ευχή, να μπορούσαμε να ήμασταν έτσι για πάντα, να μέναμε έτσι για πάντα, αλλά το για πάντα ίσως να μην υπάρχει ακόμα και όταν είσαι αθάνατος.
«Το νερό μοιάζει περισσότερο με τα δικά σου μάτια» είπα ανέμελα «Ξεθωριασμένα μπλε» χαμογέλασα ελαφρά και δεν χρειαζόταν να δει για να το καταλάβει, μου χαμογέλασε και εκείνος. «Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου αυτή την στιγμή;» δεν ήξερα καν από πού μου είχε έρθει αυτή η ερώτηση, ίσως επειδή όλα φάνταζαν ανέλπιστα τέλεια.
Τον είδα να σκοτεινιάζει, δεν ήθελε να απαντήσει ήταν εμφανές και ήμουν σίγουρη ότι είχε να κάνει με εμάς. Μετά από λίγο όμως μου έδωσε μια απάντηση «Να μην χαθούμε στην πορεία» μια αόριστη απάντηση. Δεν ήθελα καν να ρωτήσω τι σήμαινε αυτό, έτσι το βούλωσα και δέχτηκα το τώρα, όσο το είχα ακόμα.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - Η γέννηση


Κάποιος είχε μπει στο δωμάτιο.
Άνοιξα τα μάτια μου.
Η Roxie στεκόταν μπροστά μου και με κοιτούσε ανήσυχη. Έβγαλα τα ακουστικά από τα αφτιά μου.
«Robert..» σχεδόν ψέλλισε. Σηκώθηκα όρθιος και στάθηκα απέναντι της.
«Τι συμβαίνει;» την πρόσταξα να μου πει. Το έβλεπα από το ύφος της, ότι μου είχε φέρει άσχημα νέα.
«Η Σελήνα..» ψέλλισε για δεύτερη φορά, τώρα δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Την πλησίασα και τις έπιασα τα μπράτσα.
«Πες το!» σφύριξα μέσα από τα δόντια μου. Μπορούσα να φανταστώ.. και είχα μεγάλη φαντασία.. Την είχα αφήσει με την Shatrina.. Τι θα μπορούσε να συμβεί μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;
Αν μπορούσε να κλάψει, τώρα θα έκλαιγε με λυγμούς. Το ύφος της πρόδιδε το χειρότερο, όμως κράτησα την ψυχραιμία μου.
«Αυτοκτόνησε! Έπεσε από την ταράτσα… Robert..» κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της. Έφερα στο μυαλό μου την ανάμνηση του, να σου κόβονται τα πόδια μιας και δεν μπορούσα να το νιώσω. Αν μπορούσα.. τώρα θα μου είχαν κοπεί.
Μέσα σε δευτερόλεπτα κατέβηκα από την σκάλα και βρέθηκα στην είσοδο. Έπρεπε οπωσδήποτε να το διαπιστώσω και μόνος μου.
Όλοι είχαν μαζευτεί και στεκόντουσαν σε ένα κύκλο, απλά κοίταζαν..κοίταζαν το θέαμα. Εξοργίστηκα στην ιδέα ότι κάπου εκεί βρισκόταν η Σελήνα, ίσως νεκρή, ευάλωτη και όλοι αυτοί οι ηλίθιοι απλά την κοίταζαν.
Σχεδόν εκσφενδόνισα όσους ήταν μπροστά μου και μπήκα μέσα στον κύκλο.
Έχω δει πολλά νεκρά πτώματα..πάρα πολλά, όμως ο πόνος που με χτυπούσε τώρα σαν κύμα, ήταν ασύλληπτος. Μπορεί να είχα χάσει με τα χρόνια τα περισσότερα συναισθήματα μου, όμως από τότε που μπήκε στην ζωή μου αυτή, όλα είχαν ξαναγυρίσει. Μπορούσα να το νιώσω, στο πετσί μου.
Ήταν ξαπλωμένη στα πόδια μου, σαν σπασμένη κούκλα.. Τα μάτια της ήταν κλειστά και ευχαρίστησα τις μοίρες για αυτό.. Φαινόταν σαν να κοιμάται..
Γονάτισα και έβαλα το κεφάλι της, στα χέρια μου. Αίμα.. Στην μυρωδιά, οι κόρες των ματιών μου διαστάλθηκαν και έκλεισα τα μάτια μου για να διώξω την παρόρμηση.
Έπρεπε να καθαρίσω το μυαλό μου.. να σκεφτώ καθαρά.. Αίμα..
«Ποιος την βρήκε;» φώναξα στο κοινό μου, εξαγριωμένος. Ήθελα να σηκωθώ όρθιος και να πονέσω οποιοδήποτε βρισκόταν μπροστά μου και ας μην μπορούσα να τους κάνω κακό, στην ουσία.
Είδα τον Sakito να κάνει ένα βήμα μπροστά «Εγώ..» είπε αλλά πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, έκανα την επόμενη ερώτηση μου «Ζούσε όταν την βρήκες;».
«Όχι» απάντησε αμέσως εκείνος. Ήξερε πολύ καλά, ότι αυτό θα τον ρωτούσα. Ήταν χαζή η ερώτηση μου, όσο και απελπισμένη.. ήξερα από την εμπειρία μου, ότι η Σελ
ήνα ήταν νεκρή εδώ και αρκετή ώρα.
«Αίμα..Της έδωσες αίμα;» τον ρώτησα απεγνωσμένα, όμως τότε με χτύπησε…
 Είχε αίμα.. Το δικό μου αίμα.. Με χτύπησε τόσο δυνατά, που ήθελα να της λιώσω το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου..
Το είχε σχεδιάσει..
«Φυσικά της έδωσα» μου είπε ο Sakito επαναφέροντάς με, παρότι ανοιγόκλεισα αρκετές φορές τα μάτια μου δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω.
«Ειδοποιήστε την Μητέρα αμέσως» διέταξα κοιτάζοντας την Roxie. Πήρα στα χέρια μου την Σελήνα και ανέβηκα τις σκάλες.
Αυτό που είχε κάνει περνούσε κάθε όριο.. Ο θυμός φούντωνε μέσα μου, όπως η φωτιά στον αέρα, όμως έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου αλλιώς όταν θα ξυπνούσε θα την σκότωνα με τον πιο βασανιστικό τρόπο που είχα φανταστεί ποτέ.
Την ακούμπησα στο πάτωμα του μπάνιου, στηρίζοντας το κεφάλι της στην μπανιέρα και άρχισα να καθαρίζω το αίμα. Όταν τελείωσα της έβαλα καθαρά ρούχα και την έβαλα στο κρεβάτι. Ήμουν σίγουρος ότι σε πολύ λίγο η Shatrina θα ερχόταν να την εξετάσει και η ίδια.
Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι θα επιστρέψει, όμως εγώ ήμουν σίγουρος για αυτό.

Η οργή δεν είχε καταλαγιάσει μέσα μου, όταν μπήκε με φόρα στο δωμάτιο μαζί με το νέο της αγαπημένο, τον Peter..
 Με κοίταξε με απειλητικό ύφος και στάθηκε στο προσκεφάλι της.
«Ο Sakito με ενημέρωσε ότι της έδωσε αίμα αλλά ότι ήταν ήδη νεκρή όταν την βρήκε» η φωνή της θύμιζε μαχαίρι, αιχμηρή και θανατηφόρα. Ήταν εξοργισμένη σαν εμένα, αλλά ο καθένας μας για διαφορετικούς λόγους. Αυτή γιατί φοβόταν ότι δεν θα ξυπνήσει το καινούργιο της απόκτημα και εγώ γιατί με είχε κάνει να χάσω τα μισά χρόνια μου σαν βρικόλακας.
«Θα ξυπνήσει» της είπα με σιγουριά, προσπαθώντας να φερθώ γενναία αν και στην ουσία ένιωθα δειλός κοντά της.
Βρέθηκε μπροστά μου σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Με κοίταξε και ένιωσα να με χαστουκίζει με την μάτια της. «Πως είσαι τόσο σίγουρος;» απαίτησε να μάθει, με ένα ίχνος ειρωνείας στα λόγια της.
«Της έδωσα χτες το βράδυ από το αίμα μου. Για να αναρρώσει πιο γρήγορα. Όταν την βρήκα στο σοκάκι είχε σπάσει αρκετά πλευρά..» έπρεπε να απολογηθώ για άλλη μια φορά, είχα πατήσει όλους του κανόνες για αυτήν την γυναίκα.
«Της έδωσες το αίμα σου για να γίνει καλά;» σχεδόν συλλάβιζε τις λέξεις σαν να προσπαθεί να κατανοήσει αυτό που έλεγε. Με κοιτούσε στα μάτια με αηδία, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στις πράξεις μου.
«Μητέρα..» Το καλόπιασμα δεν θα έπιανε αυτή την φορά αλλά τουλάχιστον μπορούσα να το δοκιμάσω «Έπρεπε να το κάνω. Είναι υπό την προστασία μας. Αν δεν το είχα κάνει, δεν θα ξυπνούσε..» της τόνισα στο τέλος, όμως είχα κάνει λάθος. Δεν θα με συγχωρούσε τόσο εύκολα, όχι αυτή την φορά.
Με είχε εμπιστευτεί με την πιο σημαντική αποστολή και εγώ τα είχα σκατώσει με κάθε πιθανό τρόπο.
«Θα τιμωρηθείς για αυτό»  είπε κοφτά, αλλά οι λέξεις ήταν περιττές, το γνώριζα ήδη αυτό. Όταν πλέον δεν είχε κάτι άλλο να μου πει, έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο.
Ο Peter έμεινε να με κοιτάζει χαμογελώντας.  Το ξέρω κάθαρμα ότι το περίμενες καιρό αυτό..
Ανταλλάξαμε απειλητικές ματιές και ξεκουμπίστηκε από το δωμάτιο.

Πέρασε μια βασανιστική νύχτα..
Και  άλλη μια βασανιστική μέρα..

Εκείνη δεν είχε ακόμη ξυπνήσει. Κανονικά θα έπρεπε να είχε ξυπνήσει..
Ήταν το μεγαλύτερο διάστημα που είχε κάνει ποτέ βρικόλακας να αναγερθεί.
Είχαμε πάρει όλα τα μέτρα για να διατηρήσουμε το σώμα της. Ανατρίχιαζα κάθε φορά που την κοιτούσα, γύρω από τα παγάκια αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Ήταν απόγευμα και καθόμουν στον καναπέ απέναντι της, περιμένοντας.. Δεν υπήρχε βιβλίο, μουσική ή παρέα που θα μπορούσε να με κάνει να ξεχαστώ.
Η Roxie μπήκε διστακτικά στο δωμάτιο για εικοστή φορά σήμερα. Της χαμογέλασα ελαφρά μόνο και μόνο για να την καθησυχάσω. Ήξερα πολύ καλά ότι ένιωθε πολύ άσχημα για εμένα, όμως εκείνη μπορούσε απλά να φανταστεί πως νιώθω.
«Δεν ξύπνησε ακόμα ε;» με ρώτησε για εικοστή φορά σήμερα αλλά δεν με πείραζε. «Ήρθα για να κάτσω εγώ στην θέση σου» μου είπε σχεδόν φοβισμένη, θαρρώ δεν την είχα ξαναδεί ποτέ έτσι «Πρέπει να φας..και πρέπει να βγεις από εδώ μέσα. Δεν σου κάνει καλό να την βλέπεις έτσι..». Της ξαναχαμογέλασα ελαφρά, όχι για να την καθησυχάσω ούτε επειδή με διασκέδαζε. Απλά δεν μπορούσα να της εξηγήσω.. και να το έκανα δεν θα το καταλάβαινε. Οι βρικόλακες δεν ξέρουν από αυτά, εγώ ήμουν απλά η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.
«Δεν πεινάω» της είπα γλυκά «Μην ανησυχείς για εμένα, έχω μείνει πολύ περισσότερο καιρό χωρίς αίμα» ήταν αλήθεια. Η επιβίωση ενός βρικόλακα δεν ήταν πάντα εύκολη, όσο και να φάνταζε εύκολη. Εκείνη ήταν βρικόλακας μόνο 10 χρόνια και δεν είχε ζήσει τα χειρότερα, τις εποχές πολέμου και λιμοκτονίας. Να διψάς τόσο πολύ, που δεν μπορούσες να σταματήσεις να πίνεις αίμα ακόμα και αν ήξερες ότι αυτό θα σε σκοτώσει.
«Δεν χρειάζεται να τιμωρείς τον εαυτό του» ήταν παρόρμηση το είδα στα μάτια της αλλά δεν σταμάτησε «Δεν φταις εσύ που έπεσε από την ταράτσα και αν θες την γνώμη μου..» και να μην την ήθελα, θα την έλεγε, γιατί απλά έτσι ήταν η Roxie «Ούτε πρέπει να νιώθεις τύψεις που της έδωσες αίμα.. Έκανες αυτό που έπρεπε να κάνεις» την τελευταία πρόταση την ψιθύρισε. Προφανώς δεν ήθελε να μας ακούσει κανένας, όμως ήμουν σίγουρος ότι πλέον βρισκόμουν υπό στενή παρακολούθηση.
«Δεν έπρεπε να την είχα αφήσει μόνη της» μου ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω «Έπρεπε να την περιμένω έξω από την πόρτα» είπα περισσότερο στον εαυτό μου παρά σε εκείνη. Αυτές τις δυο μέρες είχα σκεφτεί όλα τα πιθανά σενάρια και τι έπρεπε να είχα κάνει.
«Robert..» ψιθύρισε «Ότι και να έκανες θα έβρισκε τον τρόπο. Ειλικρινά, δεν την έχεις ικανή;» έδειξε την Σελήνα με απόγνωση. Αν την είχα ικανή λέει.. όμως ποτέ δεν φανταζόμουν να πάει πίσω από την πλάτη μου. Νόμιζα ότι με εμπιστευόταν.
«Εγώ είμαι πιο ικανός» η φωνή μου ακουγόταν ήρεμη και συγκροτημένη, ή φωνή του υποσυνείδητου μου έτρεμε «Έκανα το μεγαλύτερο λάθος.. εμπιστεύτηκα έναν άνθρωπο. Να είσαι σίγουρη ότι δεν θα το ξανακάνω» ούτως ή άλλως δεν ήταν πλέον άνθρωπος και δεν είχα καμία όρεξη μετά από όλο αυτό, να ξανά μπλεχτώ με άνθρωπο. Ας πήγαινε ο Peter να ξυπνήσει τον επόμενο απόγονο. Εγώ την πάτησα μια φορά.
«Ότι έγινε, έγινε» είπε με τρομερή αυτοπεποίθηση «Θα ξυπνήσει!» σχεδόν μου φώναξε ψιθυριστά «Δεν έχει κανένα νόημα να βασανίζεσαι. Απλά προφανώς είχε του λόγους της, για να κάνει κάτι τέτοιο».
Αυτό και αν το είχα σκεφτεί. Όντως δεν είχε κανένα νόημα να βασανίζομαι, αλλά τους λόγους..δεν μπορούσα να τους συμπεράνω. Αυτό θα ήταν σίγουρα το πρώτο που θα απαιτούσα να μάθω.
«Λόγους;» χαμογέλασα θλιμμένα «Μάλλον θα μας τους πει η ίδια όταν θα ξυπνήσει και θα πρέπει να λογοδοτήσει στην Shatrina για το μικρό σόου που έδωσε..» ακουγόμουν πικρόχολος. Εκείνη φαινόταν φοβισμένη αλλά το ήξερε ότι ήταν αναπόφευκτο, όπως το ήξερα και εγώ.
Αν με άκουγε αυτή την στιγμή η Σελήνα, ο άνθρωπος Σελήνα, θα πίστευε ότι δεν έχω το παραμικρό συναίσθημα μέσα μου. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει. Προς το παρόν.
Η Roxie τα παράτησε και επέστρεψε στο δωμάτιο της και εγώ έμεινα για μια ακόμη φορά με την νεκρή αγάπη μου να κοιτάζω το κενό, αφού δεν μπορούσα να κοιτάξω εκείνη..