Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Daydreaming.. 4


Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που ο Αντρέας είχε ξυπνήσει πριν από εμένα. Το Σάββατο για κάποιο παράξενο λόγο κοιμόμουν λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Ένιωθα τόσο κουρασμένη τον τελευταίο καιρό. Δεν κοιμόμουν καλά, δεν έτρωγα. Άφηνα τον εαυτό μου να χαλαρώσει μόνο το βράδυ της Παρασκευής.
«Που ήσουν χτες;» δεν σήκωσε καν το βλέμμα του από το tablet του όταν μου έκανε αυτή την ερώτηση.
«Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ» του είπα γρήγορα και κατευθύνθηκα να βάλω καφέ. Δεν μίλησε έτσι συνέχισα «Ξύπνησα τα ξημερώματα και ήρθα μέσα». Έδινα αναφορά. Πάντα το έκανα. Έτσι είχαμε μάθει να κάνουμε από την αρχή της σχέσης μας. Λες και ήμασταν οι γονείς ο ένας του άλλου και όχι ζευγάρι.
Για εμένα ήταν φυσικό να τρέφω αυτήν την αρρωστημένη σχέση, δεν είχα φυσιολογικούς γονείς, όμως εκείνος υποτίθεται ότι είχε μεγαλώσει στο καλύτερο περιβάλλον.
Οι γονείς του ήταν ακόμα μαζί και αγαπημένοι. Οι δικοί μου μισιόντουσαν και έπαιζαν ξύλο ακόμα και στα τελευταία τους. Δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι που όμως είχαν καταλήξει μαζί. Στην αρχή νόμιζα ότι θα με έσωζε, ότι θα μου έδειχνε πως είναι να σε αγαπούν αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι η παρατηρητικότητα μου μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά.
Μπορεί να έχεις τα χειρότερα παραδείγματα αλλά αν είσαι αρκετά παρατηρητικός μπορείς να ξεχωρίσεις το σωστό από το λάθος. Τουλάχιστον εάν είσαι έξυπνος. Εγώ ήμουν πάντα χαζή. Από το γυμνάσιο που έτσι συνήθιζαν να με φωνάζουν οι συμμαθητές μου επειδή έκανα χαζές ερωτήσεις, μέχρι το ότι δεν έβλεπα την υποκρισία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Πολλές φορές έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν μικρή, δεν ήξερα. Ήταν η τέλεια δικαιολογία. Όμως τώρα ποια είχα;
Ο Αντρέας συνέχισε να κουνάει το δάχτυλό του πάνω κάτω στην οθόνη με τόση συγκέντρωση που σκέφτηκα ότι αν το έκανε αυτό και στο αιδοίο μου, θα ήμασταν σίγουρα πιο ευτυχισμένοι. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν. Δεν είχε καμία διάθεση για κάτι τέτοιο έτσι σηκώθηκα από το τραπέζι και άναψα την τηλεόραση.
Τα Σαββατοκύριακα δεν βγαίναμε. Αν γινόταν κάποιο θαύμα θα ήταν για κάποια υποχρέωση. Αυτή την βδομάδα δεν είχαμε κάποια. Συνήθως φρόντιζε εκείνος για να μην έχουμε καμία. Ήταν ιδιοφυία στο να απορρίπτει προτάσεις. Πριν ακόμα του πρότεινες κάτι το είχε απορρίψει. Έτσι δεν έκανα πια τον κόπο όπως δεν έκανα και για τίποτε άλλο.
Περνούσα τον “ελεύθερο” χρόνο μου μπροστά από την τηλεόραση ή μπροστά από τον υπολογιστή. Και οι μήνες περνούσαν και τα χρόνια έτρεχαν χωρίς να το καταλάβω.
Κάποτε είχα φίλους και εκείνος είχε. Εγώ τους έδιωξα γιατί με ενοχλούσε το να με κρίνουν συνεχώς και να μου λένε τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνω. Εκείνος έλεγε ότι εγώ έφταιγα που δεν είχε φίλους. Δεν το έλεγε πάντα. Μόνο όταν τσακωνόμασταν. Προφανώς του είχα βάλει αόρατες αλυσίδες και του δημιουργούσα τύψεις κάθε φορά που με άφηνε.
Ναι είμαι δειλή. Δεν ήθελα ο Αντρέας να είναι άλλος ένας άνθρωπος που θα με εγκαταλείψει σε αυτή την ζωή. Τον ήθελα ακόμα και αν τον μισούσα, ακόμα και αν δεν μπορούσε ούτε να με κοιτάξει στα μάτια πλέον.
Οι καλοί μου “φίλοι” προσπαθούσαν να με χωρίσουν από τον Αντρέα. Όλοι στα λόγια ήταν πολύ δεξιοτέχνες αλλά κανένας δεν είχε ιδέα για το τι μιλούσε. Είναι πολύ εύκολο να προσπαθείς να φτιάξεις την ζωή κάποιου άλλου από το να αγγίξεις την δική σου.
Έπρεπε και εγώ να κάνω όλα αυτά που έκαναν και εκείνοι. Να έχω λεφτά, να έχω σπίτι και να έχω παιδιά. Εάν δεν έκανα κάτι από αυτά δεν θα μάθαινα το νόημα της ζωής. Επίσης ήμουν η προβληματική φίλη τους που έπρεπε να φτιάξουν. Ο καθένας είχε τους λόγους του. Το πόσο με εξόργιζε το ότι νόμιζαν ότι μπορούσαν να έχουν επιρροή πάνω μου. Ο κόσμος φοβάται ότι δεν μπορεί να καταλάβει. Και εγώ ήμουν το πόστερ για αυτή την καμπάνια.
Μπορεί να μην ήξερα και να μην μάθαινα ποτέ πιο είναι το νόημα αυτής της ζωής αλλά δεν θα έφερνα άλλη μια στον κόσμο για τους δικούς μου εγωιστικούς λόγους. Όταν το ήθελα, το ήθελα για άλλους λόγους όχι γιατί έπρεπε. Το να φέρεις έναν άνθρωπο στο κόσμο για να πεθάνει είναι βαρύ φορτίο και για να το αντέξεις πρέπει να γνωρίζεις ακριβώς γιατί το κάνεις.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν ο Αντρέας στάθηκε από πάνω μου με ένα ποτήρι νερό και το χάπι μου στην χούφτα του. Σήκωσα το βλέμμα μου στα χέρια του. Χωρίς να πω τίποτα τα πήρα στα δικά μου και έφερα το χάπι στα χείλη μου. Τα είχα βαρεθεί τα χάπια. Ήθελα να του ουρλιάξω αλλά δεν το έκανα. Το έχωσα στο στόμα μου και κάτω από την γλώσσα μου. Ήπια λίγο νερό.
Έφυγε από μπροστά μου και επέστρεψε το γραφείο του. Όταν βεβαιώθηκα ότι δεν κοιτάζει το έφτυσα και το έκρυψα στο σουτιέν μου. Είχε επιμείνει να δω κάποιο ψυχίατρο μετά την αρρώστια μου.
Δεν ήθελα να την σκέφτομαι πια. Την είχα νικήσει. Όμως ο Αντρέας υποστήριζε ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Έτσι με πήγε σχεδόν με το ζόρι και ο γιατρός με γέμισε με χάπια. Στην αρχή ήμουν φυτό. Είχα να τον δω τόσο ευτυχισμένο από την αρχή της σχέσης μας. Ήταν ήρεμος γιατί νόμιζε ότι όλα αυτά μου κάνουν καλό.
Πόσο γελιόταν. Τίποτα από αυτά δεν μου έκανε καλό και ο μόνος λόγος που είχα συμφωνήσει να πάω στον ψυχίατρο ήταν επειδή φοβόμουν μην με κλείσει μέσα. Ακόμα το φοβόμουν αυτό.
«Πάω για ύπνο» τον άκουσα να λέει. Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Έβλεπα μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. «Μην ξενυχτίσεις» μου είπε τρυφερά και μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
Όταν έφυγε έβαλα μια ακόμη κούπα καφέ. Μόλις τελείωσε η ταινία ένιωθα άδεια. Άρχισα να τριγυρνώ στο σπίτι όπως συνήθως. Ήπια και άλλο καφέ. Το κεφάλι μου ήταν γεμάτο από σκέψεις και δεν άντεχα άλλο. Δεν ήθελα να σκέφτομαι. Πονούσα τόσο πολύ. Έπαθα γύρω στις τρεις κρίσεις πανικού. Όλα φάνταζαν ίδια όπως κάθε Σάββατο μέχρι που έχωσα το κεφάλι μου στο παγωμένο νερό.
Δεν θυμόμουν να είχα γεμίσει την μπανιέρα. Άρχισα να τρέχω μέσα στο σπίτι και να ουρλιάζω. Ένιωθα τόσο μπερδεμένη. Τι μου συνέβαινε; Ο Αντρέας είχε ξυπνήσει. Με κοιτούσε αποσβολωμένος. Με έπιασε από τα μπράτσα και ούρλιαξα ξανά. Κοίταξε γύρω του και κυνήγησα το βλέμμα του.
Παντού υπήρχαν κούπες από καφέ. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Το μπάνιο είχε πλημμυρίσει. Μουσική έπαιζε στην διαπασών. Εγώ τα είχα κάνει όλα αυτά; Μα δεν θυμόμουν τίποτα.
«Τι έκανες;» τον άκουσα να φωνάζει από το βάθος του μυαλού μου αλλά δεν μπορούσα να του απαντήσω. Δεν ήξερα. Συνέχισε να με ρωτά και να με ταρακουνά μέχρι που ξέφυγα από την λαβή του.
Με κυνήγησε και άρχισα να γελάω. Γρήγορα όμως τα παράτησε. Έκλεισε την μουσική και το νερό που ακόμα έτρεχε από την μπανιέρα. Εγώ έμεινα να το κοιτάζω κρατώντας το στομάχι μου από τα γέλια.
Μόλις επέστρεψε πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του. Έτρεξα κατά πάνω του να τον σταματήσω. Αλλά ήταν πολύ πιο δυνατός από εμένα. Ήξερα τι θα έκανε. Έτσι άρχισα να ουρλιάζω μέχρι που μου έκλεισε το στόμα. Παλεύαμε. Ήταν έτοιμος το έβλεπα. Θα έκανε ότι έκανε και ο πατέρας μου στην μάνα μου. Ερχόταν το έβλεπα. Έτσι σταμάτησα να παλεύω. Προσγειώθηκα στο πάτωμα με όλη μου την δύναμη και άρχισα να κλαίω δυνατά.
Είχα χάσει την μάχη. Γιατί δεν ήθελα να παλέψω. Ήξερα ήδη πως θα κατέληγε αυτό. Ήμουν μόνη. Και τώρα θα ήμουν ακόμα πιο πολύ εκεί μέσα.

Είμαι κλέφτης


Είμαι κλέφτης.

Είμαι ένας κοινός κλέφτης. Ένας κλέφτης ζωής.

Κλέβω καθημερινά συναισθήματα. Όχι υλικά αγαθά από αυτά μπούχτισα, γέμισα. Κλέβω αγάπη, συμπόνια, θλίψη. Σε αυτή την πόλη έμεινα κενή. Βλέπω γύρω μου πράγματα που δεν μπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος νους και τα προσπερνώ. Δεν είναι δικοί μου άνθρωποι, δεν τους ξέρω για αυτό τους προσπερνώ. Κλέβω συναισθήματα, γιατί δεν μπορώ να πιστέψω πως γίνετε να μην νιώθω; Πώς μπορώ να μην ελπίζω;

Χαρά, αισιοδοξία, ευσυνειδησία. Βλέπω αμέτρητους ανθρώπους που δεν έχουν χάσει το κουράγιο τους και ας βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από εμένα. Και εγώ εδώ τους κλέβω λίγο από το θάρρος τους για την ζωή και ας έχω πεθάνει. Περνώ από δίπλα τους και τους κλέβω. Ξυπνώ, δουλεύω, αναπνέω αλλά δεν ζω. Είμαι κενή. Πρέπει να βγάλω και αυτό το μήνα, πρέπει να πληρώσω τα χρέη που δεν δημιούργησα γιατί έτσι είναι η ζωή.

Δεν έχω είδωλο. Είμαι ένας από εσάς. Ένας στους χιλιάδες. Κάποιοι λένε ότι έχω ψυχή αλλά τόσα χρόνια δεν την έχω νιώσει. Είναι σαν ένα παραμύθι που όλοι θέλουν να πιστέψουν. Πως μπορείς να λες ότι έχεις ψυχή ενώ τίποτα δεν προδίδει το αντίθετο; Έτσι και εγώ κλέβω βαθυστόχαστες εκφράσεις και λέω «Πονά η ψυχή μου» κάθε φορά που βλέπω κάποιον να ψάχνει τα σκουπίδια. Αλλά η ζωή συνεχίζετε γιατί δεν κάνω τίποτα για αυτό. Είμαι κενή.

Όταν με πλησιάζει ένας εξηντάχρονος που έχει χάσει κάθε αξιοπρέπεια και μου ζητά χρήματα εγώ δεν του δίνω. Γιατί κάποτε κάποιος μου είχε διδάξει ότι αυτοί που ζητιανεύουν είναι τεμπέληδες. Μα πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα γύρω μου; Πως έφτασα ως εδώ; Όσες φορές και να έχω αναρωτηθεί τίποτα δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Είμαι κενή.

Έλξη, ντροπή, ενοχή. Κλέβω ματαιοδοξία. Τις νύχτες μεγαλώνω, σοβαρεύω. Γίνομαι μοιραία. Εκφυλίζομαι και ας είμαι εθνικίστρια. Προσπαθώ να γεμίζω τα κενά μου. Με ποτά, ναρκωτικά και έρωτα. Και την Κυριακή το πρωί πάω στην εκκλησία να ξεπλύνω την αμαρτία μου. Να θυμηθώ τους όρκους που έδωσα ενώπιον του θεού και τους Χριστού που τόσο αγαπώ και ας είμαι κενή.

Δεν βλέπω ειδήσεις και δεν πηγαίνω σε πορείες. Τίποτε δεν θα αλλάξει και να το κάνω. Δεν αγωνίζομαι και δεν ελπίζω. Βολεύω όλους τους σκοπούς και προχωρώ γιατί ούτως η άλλως το νόημα το έχω βρει. Τίποτα δεν έχει νόημα. Ακόμα και όταν κοιτάζω μέσα στα μάτια των παιδιών μου και τους αραδιάζω ψέματα δεν νιώθω. Είμαι τόσο προσωρινή όσο και αυτά.

Κλέβω ιδέες γιατί δεν μπορώ να γεννήσω δικές μου. Κλέβω προβλήματα γιατί δεν έχω δικά μου και η ζωή συνεχίζετε. Δεν φοβάμαι τον θάνατο γιατί είμαι ήδη νεκρή. Οι νεκροί δεν πονούν, δεν νιώθουν, δεν ελπίζουν. Έτσι και εγώ ξεγελώ τους πάντες κλέβοντας ζωές αλλάζοντας πρόσωπα και ονόματα.

Είμαι εγώ, είμαι εσύ.

Όμως η κλοπή πρέπει να λήξει. Μπορείς να ζήσεις την δίκη σου ζωή. Μπορείς να ελπίζεις και να κάνεις όνειρα. Μπορείς ακόμα να πεις την αλήθεια στα παιδιά σου και να απλώσεις ένα χέρι. Αρκεί να ξυπνήσεις από τον λήθαργο που σε ρίξανε. Να σταματήσεις να πιστεύεις ότι σου φυτέψανε.

Εγώ και εσύ μπορούμε. Αρκεί να το πιστέψουμε.

Αυτός που δεν έχει τίποτα, δεν έχει και τίποτα να χάσει. Για αυτό σήκω και έλα να παλέψουμε μαζί.. για την ζωή.


Κάθε καλοκαίρι είσαι εκεί


Κάθε καλοκαίρι είσαι εκεί

Να μου υπενθυμίζεις πόσο σε ερωτεύτηκα

Και ας έρθει πάλι ο χειμώνας

Εσύ πάντα θα ξανά γυρίζεις

Όπως έρχεται ο καλοκαιρινός ιδρώτας στον λαιμό μου

Εσύ πάντα θα είσαι εκεί

Να μου υπενθυμίζεις πόσο πόνεσα

Θα σε βλέπω σε κάθε βουνό σε κάθε θάλασσα

Τα πάντα θα παίρνουν την μορφή σου



Στα όνειρα μου θα γλιστράς και θα με υγραίνεις

Και το πρωινό θα ξεπλένει την ντροπή μου

Αυτή την φωτιά που άναψες μέσα μου και δεν λες να σβήσεις

Ξένα χέρια θα με χαϊδεύουν, ξένα χέρια θα με αγγίζουν

Εγώ όμως ποτέ δεν θα ξεχνώ ότι τα δικά σου ποθώ και επιζητώ

Όμως κάθε καλοκαίρι θα είσαι εκεί

Και ξένα χέρια θα σε χαϊδεύουν, ξένα χέρια θα σε αγγίζουν

Όσο εγώ θα τα ζηλεύω και τα δάκρυα μου θα πνίγω

Στο απέραντο της θάλασσας θα πνίξω εμένα και εσένα



Τι και αν προσπάθησα να σε ξεχάσω

Τι και αν προσπάθησα να σε ξεπεράσω

Εσύ είσαι πάντα εκεί

Κάθε καλοκαίρι μου μιλάς

Στο όνειρο μου έρχεσαι και με ξυπνάς

Και νιώθω να πνίγομαι στο πράσινο των ματιών σου

Στην ζεστασιά του σώματος σου

Στην καυτή σου την ανάσα θέλω να χαθώ

Και ας μην ξυπνήσω ποτέ ξανά



Αν με αφήσεις μόνο

Αν με θελήσεις μόνο

Θα σου δείξω τα πάντα

Μαζί θα πνιγούμε στο απέραντο γαλάζιο των ματιών μου

Δεν θα αφήσω τίποτα πίσω, δεν θα δειλιάσω ούτε μια στιγμή

Μόνο να θελήσεις και εσύ

Δεν θα φοβηθώ και δεν θα μαρτυρήσω

Το μυστικό μας θα θάψω στην αμμουδιά

Και ας μην το ξανά ζήσω








Συλλέκτης Μεθυσιών


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας περίεργος τύπος που άκουγε στο όνομα Malcom.

Παρότι ζούσε σε έναν κόσμο που όλοι τον αποκαλούσαν, Γη, ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν αυτός ο κόσμος η γενέτειρα του.

Ο Malcom είχε έρθει από έναν μακρινό πλανήτη που λεγόταν “O”. Σε αυτόν τον πλανήτη, όλα ήταν διαφορετικά από ότι είχε δει μέχρι τώρα ο Malcom στην γη και παρότι ποτέ δεν είχε ζήσει αρκετά εκεί για να του αρέσει είχε μέσα του τις μνήμες των προγόνων του για να ξέρει ότι σε αυτόν τον κόσμο τον είχε φέρει μια κατάρα.

Στον μακρινό πλανήτη “O  όλοι ζούσαν ξένοιαστα και ειρηνικά και δεν χρειαζόταν να κουραστούν για οτιδήποτε έκαναν. Γιατί πολύ απλά είχαν υπερδυνάμεις.. Σε αυτόν τον πλανήτη δεν υπήρχαν εγκληματίες, δολοφόνοι, κλέφτες και οποιαδήποτε άλλη μορφή κακίας. Δεν υπήρχε καν ο όρος ψέμα.

Όμως ας επιστρέψουμε στον Malcom και στον πλανήτη γη...

 Ο Malcom ζούσε μόνος του σε ένα ετοιμόρροπο βρώμικο διαμέρισμα σε μια ετοιμόρροπη βρώμικη πόλη. Σε αυτή την πόλη υπήρχαν εγκληματίες, δολοφόνοι, κλέφτες και σίγουρα πολλοί ψεύτες. Κάθε μέρα που περνούσε σιχαινόταν όλο και περισσότερο αυτόν τον κόσμο. Όμως ήταν εγκλωβισμένος σε αυτήν την στρατόσφαιρα με λιγοστά πράγματα να μπορεί να κάνει για αυτό.

Είχε αποφασίσει εδώ και καιρό ότι μέχρι να γυρίσει στον αγαπημένο του πλανήτη “O” θα περνούσε την κάθε μέρα του στον πλανήτη γη πολεμώντας το κακό και όχι επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους για ακριβώς τον αντίθετο λόγο. Διότι και ο Malcom είχε ιδιαίτερες δυνατότητες.. δυνατότητες που μεγάλωναν περισσότερο με την ρήξη του Ήλιου. Κάθε απόγευμα που νύχτωνε, ο Malcom τριγυρνούσε στα σκοτεινά στενά της πόλης αναζητώντας την δράση που μπορεί να κρυβόταν μέσα τους.

Όμως δεν ήταν ανίκητος ο Malcom .. είχε αδυναμίες .. και πολλές μάλιστα. Η ζωή του στην γη τον είχε αποδυναμώσει με τα χρόνια και το μόνο μέρος που μπορούσε να αντλήσει απεριόριστη δύναμη ήταν  το γωνιακό μπαρ του Λουί.

Κάθε βράδυ το επισκεπτόταν πριν την μεγάλη εξόρμηση του στους δρόμους της ετοιμόρροπης πόλης. Υπήρχε όμως ένα μυστικό πίσω από αυτήν την επίσκεψη, ένα μυστικό που μέχρι τώρα μόνο η σερβιτόρα του Λουί μπαρ το είχε παρατηρήσει αν και δεν ήξερε ακόμα όλη την αλήθεια. Η Λίνο, η σερβιτόρα έκανε απλά υποθέσεις.. αθώες υποθέσεις. Μια κοπέλα σαν την Λίνο μόνο τέτοιες μπορούσε να κάνει.

Ο Malcom σχεδόν στενοχωριόταν να βλέπει την αθωότητα της να εξελίσσεται κάθε μέρα καθώς του θύμιζε όλο και περισσότερο τον αγαπημένο του πλανήτη “O” και τους ανθρώπους του. Σχεδόν ένιωθε τύψεις όταν της έκλεβε λίγη από την αθωότητα της στην προσπάθεια του να θυμηθεί πως ήταν κάποτε.. και ας μην είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε.

Εκείνο το βράδυ στεκόταν στην γωνία του μπαρ του Λουί κοιτώντας τους ανθρώπους γύρω του και προσποιούταν ότι έπινε το ποτό που του είχε βάλει η Λίνο. Έψαχνε απεγνωσμένα την επόμενη πηγή ενέργειας του, τον πιο μεθυσμένο άνθρωπο. Κάθε βράδυ πριν καν συλλέξει την δύναμη του θνητού που θα βρισκόταν στο διάβα του προσπαθούσε να μαντέψει πια δύναμη θα του έδινε χωρίς καν να το γνωρίζει. Πλέον δεν μπορούσε να το νιώσει όσο και να ήθελε, αυτή η βρόμικη καταραμένη πόλη τον είχε τυφλώσει για τα καλά.
Πόσο χαζοί ήταν οι άνθρωποι..σκέφτηκε φευγαλέα, ούτε καν γνώριζαν.. μα πόσο χαζοί ήταν αυτοί οι γήινοι..

Η Λίνο τον πλησίασε και για έναν παράδοξο λόγο πάγωσε.. Πότε μα ποτέ δεν άφηνε τους ανθρώπους να τον πλησιάσουν περισσότερα από τον διάφανο τοίχο που είχε σηκώσει. Και ο τοίχος αυτός δεν ήταν φανταστικός. Τον έριχνε μόνον όταν έπρεπε να διαλύσει ένα ακόμα κατακάθι και απλά και μόνο για αυτόν τον λόγο. Τον κοίταξε με περιέργεια και δεν του έδειξε καμία συμπάθεια όταν του γέμισε το ποτήρι με το νερό του που είχε αδειάσει μπροστά του.

Τον ενόχλησε αυτή η αντιπάθεια που του έδειχνε, όχι επειδή ενδιαφερόταν απλά γιατί τον νευρίαζε που ενώ έκανε ότι μπορούσε για να κρατήσει αυτήν την πόλη καθαρή αυτή τον κοιτούσε ύποπτα. Της έριξε μια άγρια ματιά και αυτή έφυγε γρήγορα από κοντά του χύνοντας λίγο νερό στο ξύλινο πάτωμα του Λουί μπαρ. Τον φοβόταν.. ωραία σκέφτηκε..

Η βραδιά του στο Λουί μπαρ είχε τελειώσει. Είχε βρει τα επόμενα δύο θύματα του που τώρα έβγαιναν τρεκλίζοντας το μπαρ. Άφησε γρήγορα πάνω στο τραπέζι τα ανθρώπινα χρήματα και τους ακολούθησε έξω.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν χρειαζόταν να βιαστεί διότι παρότι είχε δυνάμεις αυτοί οι τύποι ήταν τόσο χάλια που θα τους έφτανε και ένας κουτσός γέρος. Όμως ήταν τόσο ανυπόμονος να σκοτώσει κάτι..

Τους ακολούθησε αθόρυβα και όταν τους είδε να περνάνε ένα βρώμικο στενό σήκωσε τα χέρια του παράλληλα τους και χωρίς να τους αγγίξει τους εκτίναξε μέσα στο στενό..

Οι δύο άντρες έπεσαν λιπόθυμοι. Στάθηκε από πάνω τους σηκώνοντας για μια ακόμη φορά τα χέρια του , το ένα πάνω στο έναν άντρα και το άλλο στον άλλον. Τότε είδε το πράσινο φώς να βγαίνει μέσα από τον άντρα και να αιωρείται παιχνιδιάρικα από πάνω του και στο τέλος να καταλήγει στα υποτιθέμενα σωθικά του.. τότε ένιωσε την δύναμη να εισχωρεί βαθιά μέσα του.. ήταν η δύναμη του δέντρου..

Ο Malcom χαμογέλασε από ικανοποίηση αυτή ήταν μια δύναμη που σπάνια έβρισκε στους θνητούς, προφανώς αυτός ο άντρας ζούσε σε δάσος.. ταρακούνησε το χέρι του τελειώνοντας από τον πρώτο άντρα και γύρισε ελαφρά προς τον δεύτερο. Αυτή την φορά το φώς ήταν γαλάζιο και όταν μπήκε μέσα του η δύναμη έβλεπε τα πάντα ξεκάθαρα.. ήταν η δύναμη της όρασης.

Φεύγοντας και εγκαταλείποντας τους δύο άντρες στο απαίσιο βρώμικο δρομάκι είχε ακόμα το χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφισμένο στα χείλη του και χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά πίσω του ξεκίνησε τρέχοντας προς την απειλή της νύχτας.

«Καλή ψαριά» μονολόγησε καθώς έτρεχε με ταχύτητα του φωτός.. οι περαστικοί ούτε καν τον αντιλαμβανόντουσαν και η δίψα για δράση τον απογείωνε για μια ακόμη βραδιά..

Δεν του πήρε πολύ ώρα μέχρι να βρει αυτό που του χρειαζόταν.. Άλλωστε αυτή η πόλη ήταν γεμάτη από απατεώνες. Σε ένα σοκάκι δύο ληστές είχαν στριμώξει έναν άντρα απειλώντας τον με μαχαίρι να τους δώσει ότι είχε και δεν είχε αλλιώς θα του ξέσκιζαν το λαρύγγι.

Στο άκουσμα αυτόν τον λέξεων ο Malcom αηδίασε «Φτιάξτε μου την μέρα μηδαμινά σκουλήκια» ψιθύρισε πιο πολύ στον εαυτό του και με αργά βήματα άρχισε να πλησιάζει όλο ένα και περισσότερο τους ληστές.

Ήξερε καλά ότι εάν τους αιφνιδίαζε από πίσω θα είχε το πλεονέκτημα και θα του έμενε και λίγος χρόνος να τους βασανίσει.

Όταν πλέον είχε φτάσει από πίσω τους είδε ολοκάθαρα τον τρομοκρατημένο άντρα να τον κοιτάζει..ο Malcom του χαμογέλασε με το μοναδικό διεστραμμένο χαμόγελο του και σε κλάσματα δευτερολέπτων είχε πιάσει τον έναν ληστή από τον λαιμό αναποδογυρίζοντας και τον άλλον τον είχε εκσφενδονίσει στον απέναντι τοίχο.

Γύρισε στον φοβισμένο άντρα που στηριζόταν με όση δύναμη του είχε απομείνει στον τοίχο και του έκανε ένα νόημα με το κεφάλι του να φύγει. Ο απεγνωσμένος άντρας άρχισε να τρέχει αμέσως και δεν γύρισε ούτε να κοιτάξει πίσω του.

«Και τώρα οι τρεις μας» είπε χαιρέκακα ο Malcom και το χαμόγελο δεν έφυγε στιγμή από τα χείλη του «Για να δούμε πόσο κακοί είστε τώρα» είπε ξανά τονίζοντας την λέξη “κακοί”. Το σκοτάδι έπνιξε το σοκάκι και μαζί του έπνιξε και τις κραυγές των δύο απερίσκεπτων ληστών. Πολλοί θα μπορούσαν να φανταστούν τι τους έκανε ο Malcom λίγοι όμως ήξεραν..


Η Δύναμη _ A short story of a long story

Ήταν νύχτα. Όλα ήταν θεοσκότεινα. Στο στενό επικρατούσε απόλυτη ησυχία και κανένας δεν κυκλοφορούσε. Ήταν η τέλεια βραδιά για να απαγάγεις δύο ανθρώπους. Δύο ανθρώπους που ήταν επικίνδυνοι, που κυκλοφορούσαν με μια Δύναμη κριμένη στο μπουφάν τους.
Με λένε Μελίσσα και εδώ και ένα χρόνο υπηρετώ την Δύναμη. Το πώς βρέθηκα σε αυτή την ιστορία ποτέ δεν το κατάλαβα. Ακόμα και τώρα κάνουμε αστεία με τον Τζέικ για το πώς μας βρήκε η Δύναμη. Δεν την διαλέξαμε, αυτή μας βρήκε. Άγνωστο το πώς και το γιατί αλλά εμείς την υπηρετούμε σαν να είναι ο θεός μας. Φυσικά όταν έχεις δει τι μπορεί να κάνει, δεν μπορείς  παρά απλά να την προστατεύσεις.
Αυτός ήταν και ο λόγος που σήμερα βρισκόμασταν δεμένοι με τις αόρατες χειροπέδες της Υπηρεσίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που μας πήγαιναν στο Λιμάνι. Ειρωνικό θα το έλεγες, μιας και πριν από ακριβώς ένα χρόνο εγώ και ο Τζέικ είχαμε γνωριστεί σε αυτό το μέρος. Και σήμερα θα πεθαίναμε εδώ.
Πότε δεν ήμουν τυχερή και ποτέ δεν πίστευα στην τύχη μέχρι που εκείνος βρέθηκε στον δρόμο μου. Τον είχα γλυτώσει από μια δουλειά που είχε πάει με όλους τους τρόπους “στραβά”.
Προσπαθούσε να αγοράσει από την μαφία παράνομα ένα υλικό που θα τον βοηθούσε σε μια εφεύρεση του και φυσικά επειδή ήταν πολύ πιο έξυπνος από εκείνους, τους είχε παίξει για τα καλά. Φυσικά τους είχε νευριάσει κιόλας.
Τον είχαν γονατίσει και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν όταν “έτυχε” να περνάω από το λιμάνι εκείνο το βράδυ. Φυσικά δεν ήταν τυχαίο. Δούλευα μυστικά για την υπηρεσία και παρακολουθούσα την μαφία πολύ καιρό.O βλάκας θα μου χαλούσε την δουλειά, έτσι τον έσωσα και έβαλα στην “Τιμωρία” δύο από τους μαφιόζους.
Μετά από αυτό παραιτήθηκα από την υπηρεσία και ακολούθησα τον Τζεικ. Μέσα σε ένα μήνα μας είχε βρει η Δύναμη.
Στάθηκα για ένα λεπτό να κοιτάξω γύρω μου όταν ένιωσα το όπλο στα πλευρά μου. Η γλοιώδης φωνή του πράκτορα γρύλισε στο αυτί μου με βία «Κουνήσου!» και έτσι προχώρησα. Όμως είχα προλάβει να ελέγξω όλες τις πιθανούς τρόπους διαφυγής μας. Τα στατιστικά όπως θα έλεγε και ο Τζέικ δεν ήταν καλά.
Αφού μας κάθισαν σε δύο ετοιμόρροπες καρέκλες μας έδεσαν και τα πόδια. Χαμογέλασα στον εαυτό μου προξενώντας την περιέργεια σε διάφορους από τους παλιούς μου συναδέλφους. «Τι γελάς Ρίβερ;» με ρώτησε ειρωνικά ένας από αυτούς.
«Α! Τίποτα πράκτορα Σον, απλά σκεφτόμουν ότι πριν από ένα χρόνο βρισκόμουν στην θέση σου.. Χωρίς να ρωτάω πολλά, κάνοντας το καθήκον μου για την πατρίδα» γέλασα για άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά.
Όταν έφαγα την μπουνιά από τον πράκτορα σταμάτησα να γελάω. Ο Τζέικ πάλεψε με τα αόρατα δεσμά του. Όμως σταμάτησε όταν του έριξα μια ματιά. Μετά από όλα αυτά που είχαμε περάσει μαζί μπορούσαμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.
Το σόου όμως δεν είχε τελειώσει. Μόλις ξεκινούσε και ο πρωταγωνιστής δεν είχε φτάσει ακόμα. Τον περιμέναμε όλοι σιωπηλά και καθώς περνούσαν τα λεπτά δεν μπορούσα να μην σκεφτώ τον Δικαστή Μπράιτον.
Αυτός για τον οποίο είχαμε συλληφθεί, επικηρυχτεί και κυνηγηθεί. Για μια δολοφονία που ποτέ δεν είχαμε διαπράξει. Ούτως η αλλιώς αυτό ήταν απλά η αφορμή. Η αφορμή για να μας πάρουν την Δύναμη.
Η Δύναμη ήταν κάτι ξένο για εκείνους. Ήταν κάτι που θα έπρεπε να φοβάσαι, ήταν μια απειλή. Εμείς την βλέπαμε σαν δώρο. Πριν καν μπλέξουμε σε αυτή την ιστορία είχαμε σώσει πολύ κόσμο και νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να σώσουμε ακόμα περισσότερους με την βοήθεια ενός Δικαστή.
Ατελείωτες φορές είχα προσπαθήσει να πείσω τον Τζέικ ότι δεν έπρεπε να μπλέξουμε την Εθνική ασφάλεια. Δεν ήταν ότι δεν πίστευα αρκετά στην δύναμη, ήταν ότι γνώριζα πολύ καλά το σύστημα. Δούλευα σε αυτό. Όμως εκείνο το πρωινό είχα κάνει πίσω στην απόφαση να επισκεφτούμε ξανά τον Δικαστή Μπράιτον για να του ζητήσουμε βοήθεια.
Το ήξερα ότι ήταν ανώφελο να πάμε ξανά εκεί. Ο Τζέικ είχε ανάγκη μια ιδέα. Έτσι έκανε ότι έβρισκε μια, πιανόταν από αυτή και του γινόταν εμμονή. Συνήθως τον σταματούσα όταν το παρατραβούσε, έτσι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι μετά από εκείνη την μέρα θα σταματούσα την τρέλα με τον Δικαστή.


Εκείνη την μέρα έγινε κάτι περίεργο. Παρότι πηγαίναμε στον Δικαστή σχεδόν κάθε μέρα και πότε δεν δεχόταν να ακούσει τίποτα από αυτά που είχαμε να του πούμε, εκείνη την μέρα μας άκουσε. Ίσως να οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν άρρωστος ή ίσως απλά να μας είχε λυπηθεί και να ήθελε και ο ίδιος να σταματήσει αυτή την τρέλα.
Ο Δικαστής Μπράιτον είχε την κοινή γρίπη και η Δύναμη τον είχε γιατρέψει μέσα σε ένα λεπτό. Μετά από αυτό δεν χρειαζόμασταν πολλές κουβέντες για να τον πείσουμε. Ακόμα και αν βρισκόσουν ένα σκαλί πριν τον θάνατο, η Δύναμη μπορούσε να σε κάνει καλά. Μας είχε υποσχεθεί ότι θα πήγαινε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο και καθώς φεύγαμε από το γραφείο του εκείνη την μέρα, η ελπίδα είχε χωθεί για τα καλά μέσα μας.
Την επόμενη μέρα είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του. Ο τρόπος που είχε πεθάνει ήταν πιστή αντιγραφή της εκπαίδευσης μου σαν πράκτορας. Μόνο ένας πράκτορας της υπηρεσίας θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τον Δικαστή Μπράιτον, είχε πει ο ιατροδικαστής.
Συλληφθήκαμε αμέσως μετά από την νεκροψία. Για ατελείωτες ώρες μας είχαν κλεισμένους σε ξεχωριστά δωμάτια να μας ανακρίνουν. Πρέπει να ήταν ο περισσότερος χρόνος που είχα περάσει χωριστά από τον Τζέικ τον τελευταίο χρόνο και για αυτό τους μισούσα.
Το μόνο που είχα προλάβει να του πω πριν μας χωρίσουν ήταν «Μην μιλήσεις». Αν και ο Τζέικ ήταν αυτός που τα πήγαινε καλά στα λόγια και όχι εγώ, ήξερα πως, ότι και να έλεγε θα γυρνούσε εναντίον του. Έτσι και έκανε. Είχαν απομονωμένους δύο δολοφόνους επί ώρες, οι οποίοι δεν μιλούσαν. Φυσικά δεν είχαν αρκετά στοιχεία εναντίον μας, έτσι όταν η εγγύηση πληρώθηκε, μας άφησαν να φύγουμε με την υπόσχεση ότι θα ήταν μόνο για λίγο.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να είχε δώσει τόσα πολλά λεφτά για εμάς. Δεν άργησα να μάθω. Ο επιχειρηματίας Τζον Μπερλίν ήταν αυτός που μας είχε αγοράσει. Άλλωστε μετά την κατάσχεση του γυάλινου βαν μας δεν είχαμε που να πάμε.
Έτσι υιοθετηθήκαμε από τον πάμπλουτο επιχειρηματία που μας είχε υποσχεθεί να μας βοηθήσει σε αυτόν τον αγνό αγώνα μας. Μέχρι και χτες που αποκαλύφθηκαν όλα, δεν είχα χάψει αυτή την μαλακία ούτε για μια στιγμή. Τι και αν είχε φτιάξει ένα ολόκληρο εργαστήριο για τον Τζέικ, ώστε να μελετήσει την Δύναμη. Τι και αν μας είχε δώσει δουλειά και σπίτι, εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να τον υποπτεύομαι. Γιατί στην ουσία μπορούσα να δω πέρα από αυτό. Τα μάτια του πρόδιδαν κάτι που μέχρι και χτες δεν μπορούσα να πιστέψω. Οι πλούσιοι άνθρωποι αυτές τις εποχές δεν αρρωσταίνουν. Όμως είναι ακόμα φιλάργυροι.

Με είχε πάρει ο ύπνος από την κούραση. Είχα να κοιμηθώ τουλάχιστον τέσσερις μέρες και η αναμονή μπορούσε να με τρελάνει. Ένιωσα το θαλασσινό νερό να πέφτει πάνω μου και σε μια αντανακλαστική κίνηση μου έσπασα την καρέκλα. Ξημέρωνε πια. Το ελάχιστο φως χόρευε ανάμεσα από τα παλιά  παράθυρα της αποθήκης. Οι πράκτορες με σήκωσαν και ένιωσα εξουθενωμένη. Είχα να πιω από τους ειδικούς χυμούς του Τζέικ πολύ καιρό και είχα χάσει την σούπερ δύναμη μου.
Τους σιχαινόμουν αυτούς του αναθεματισμένους χυμούς, είχαν απαίσια γεύση, όμως με έβαζε να τους πίνω με το ζόρι και τελικά είχε δίκιο. Πόσο λυπόμουν που θα τον έχανα σήμερα. Που δεν θα τον ξανά έβλεπα, που δεν θα περνούσα και άλλο χρόνο μαζί του. Τουλάχιστον θα πεθαίναμε μαζί. Αλλά όχι πριν το μεγάλο φινάλε.
Η ιπτάμενη λιμουζίνα σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μας. Τίναξα το κεφάλι μου με δύναμη για να ξυπνήσω, αυτή την στιγμή έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση. Πρώτα βγήκαν οι μπράβοι και για μια στιγμή περίμενα να βγει από το όχημα κάποιο από τα κεφάλια της μαφίας. Αλλά ήξερα καλύτερα.
Ο Δήμαρχος με το λευκό κουστούμι στάθηκε μπροστά μας. Όλοι όσοι κυβερνούσαν πλέον αυτόν τον τόπο ήταν πάντα ντυμένοι στα λευκά. Το χρώμα της τρέλας. Το 2189 που η γη πέθαινε και το χρήμα κυρίευε, ο κόσμος ντυνόταν στα άσπρα. Το χρώμα της αγνότητας έλεγαν. Θα ξανά γεννιόμασταν έλεγαν. Εμείς όμως οι απλοί άνθρωποι είχαμε σαν κύριο μέλημα μας να επιζήσουμε.
«Έπρεπε να ανακατέψετε και άλλο την κατάσταση;» μας ρώτησε απεγνωσμένα ο Δήμαρχος.
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανένας και έδιωξα την παρόρμηση να γελάσω. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά μου φαινόντουσαν γελοία. Ίσως γιατί έτσι είχα μάθει πάντα να αντιμετωπίζω τον θάνατο. Στα μάτια μου ο Δήμαρχος ήταν ο θάνατος.
«Δεν μπορούσατε απλά να μείνετε στην Τιμωρία για το υπόλοιπο της αξιοθρήνητης, μικρής, ζωής σας;» έφτυσε τις λέξεις του με λύσσα «Και θα με κάνετε να λερώσω ξανά τα χέρια μου. Δεν μου έφτανε που αναγκάστηκα να διατάξω την δολοφονία του κακόμοιρου του Δικαστή Μπράιτον, τώρα πρέπει να ξεκάνω και εσάς τους δύο» έκανε μια στροφή και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
«Δεν καταλαβαίνω Δήμαρχε γιατί είστε εσείς αυτός που λυπάστε, εμείς είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα» του είπα θαρραλέα. Είδα αμέσως τρεις πράκτορες να με πλησιάζουν απειλητικά. Κανείς δεν αντιμιλά στον Δήμαρχο. Έφαγα μερικές αλλά τίποτα το σπουδαίο. Τουλάχιστον δεν είχα μείνει αναίσθητη. Ο Τζέικ πάλεψε για μια ακόμη φορά με τα δεσμά του αλλά μετά από μια μπουνιά σταμάτησε.
«Η Δύναμη που είναι;» φώναξε ο Τζέικ και με ξάφνιασε. Μάλλον σε μια στιγμή απόγνωσης προσπαθούσε να σταματήσει το ξύλο και να συνεχίσει αυτή την άσκοπη συζήτηση.
Ο Δήμαρχος δεν άργησε να μας απαντήσει «Είναι καλά κρυμμένη» το χρώμα του είχε σχεδόν χαθεί από το πρόσωπο του. Ήταν ξεκάθαρο ότι την φοβόταν. «Θα χαρείτε να μάθετε καθηγητά ότι αυτή την στιγμή που μιλάμε, οι καλύτεροί μας άνθρωποι την εξετάζουν..» είπε διστακτικά και συνέχισε «Άλλωστε αυτό δεν θέλατε εξ αρχής;».
Ήταν αλήθεια. Αυτό ήθελε ο Τζέικ. Όσο καιρό είχαμε μείνει με τον επιχειρηματία Τζόν αυτό έκανε. Έψαχνε, ξεφύλλιζε κάθε βιβλίο, είχε χαθεί σε κάθε γωνία, ηλεκτρονική και μη, δεν υπήρχε τίποτα. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν η Δύναμη. Και γιατί έπρεπε να την εξηγήσουμε; Πόσες φορές του είχα αντιγυρίσει. Σαν επιστήμονας ο Τζέικ δεν μπορούσε να το δεχτεί. Έπρεπε να βρει την απάντηση.
Δεν μπορούσαμε απλά να κάνουμε καλά τον κόσμο με αυτό το δώρο που μας είχε δώσει η ζωή.
«Ναι, αυτό ήθελα» παραδέχτηκε ο Τζέικ ήρεμα. Και για μια στιγμή πίστεψα ότι τρελάθηκε «Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν έχουμε τους ίδιους σκοπούς Δήμαρχε..» παρατήρησε ήρεμα ο Τζέικ. Φαινόταν κουρασμένος, όσο κουρασμένη ένιωθα και εγώ. Ήθελε να τελειώσει όλο αυτό. Φυσικά θα τελείωνε πολύ άδοξα.
Ένα τζάμι έσπασε και όλοι σκύψαμε για να αποφύγουμε τα γυαλιά. Τρεις πράκτορες περικύκλωσαν τον δήμαρχο. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που αντίκριζα. Η γυναίκα. Αυτή που εδώ και δύο μήνες προσπαθούσε απεγνωσμένα να κλέψει την δύναμη. Μα τι έκανε εδώ; Δεν είχαμε την Δύναμη. Σίγουρα το γνώριζε.
Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. ‘Όπλα βγήκαν από τις θήκες τους. Διάφοροι χρωματισμοί λειζορόπλων πήδαγαν εδώ και εκεί. και τότε ο χρόνος σταμάτησε. Όπως γινόταν κάποτε στις παλιές ταινίες δράσεις. Οι ματιές μας κλειδώθηκαν. Ο Τζεικ βρισκόταν στο πάτωμα. Μπρούμυτα και κρατούσε κάποιο μέρος του σώματος του αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ποιο. Ανάσαινε  βαριά. Όχι, δεν μπορούσε να ήταν αυτό το τέλος.
Με κοίταξε γλυκά και ανοιγόκλεισε τα μεγάλα καστανά μάτια του. Προσπάθησε να συρθεί μέχρι το μέρος μου αλλά ο πόνος χτύπησε το πρόσωπό του. Έπρεπε να πάω κοντά του.. αλλά γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Πήρα για μια στιγμή το βλέμμα μου από πάνω του για να επιθεωρήσω την κατάσταση μου. Ναι, είχα χτυπηθεί και εγώ πάνω στον πανικό.
Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο και δεν πονούσα. Η τεράστια πληγή στο στομάχι μου όμως πρόδιδε το χειρότερο. Τότε σύρθηκα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και όταν τον έφτασα το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν εκείνος.
Όχι την Δύναμη, όχι τον Δήμαρχο, Όχι τον Δικαστή, όχι τον Επιχειρηματία, όχι την Υπηρεσία και σίγουρα όχι την Γυναίκα. Μόνον εκείνον.
Έπιασε το χέρι μου και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο χρόνος γύρισε ξανά στο κανονικό του και γύρω μας γινόταν ακόμα χαμός.. και καθώς σβήναμε εκεί χωρίς να μιλάμε, όλα ησύχασαν.
Τι να είχε γίνει άραγε? Δεν μπορούσα να αντιληφτώ τίποτα, όσο μάταια και αν προσπαθούσα. Μέχρι που ένιωσα την ανάσα της. Γρήγορη και κοφτή. Νομίζω έκανε φιλότιμες προσπάθειες να σταματήσει το αίμα που κυλούσε από το στομάχι μου.


Τις χαμογέλασα, «Σταμάτα» της είπα και η φωνή μου βγήκε ξένη.


Τα γαλανά τις μάτια γέμισαν υγρό «Όχι, θα γίνετε καλά» είπε πνιχτά και γέλασα ξανά.
«Βλέπεις πουθενά εδώ κοντά την Δύναμη;» την ρώτησα σε μια προσπάθεια μου να ανασηκωθώ.
Δεν απάντησε, τι θα μπορούσε να πει άλλωστε; Όμως δεν μπορούσα να καταλάβω ένα πράγμα.. γιατί είχε έρθει εδώ σήμερα; Γιατί είχε προσπαθήσει να μας σώσει; Σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου με πίεσε προς τα κάτω και η φωνή της βγήκε μικρή «Δεν ήθελα να πάρω ποτέ την Δύναμη για εμένα..» είπε ήρεμα «Προσπαθούσα να σας δείξω τον δρόμο».
Δεν έβγαζα νόημα από τις λέξεις της. «Γνωρίζαμε για την Δύναμη πολλά χρόνια. Οι προηγούμενοι  που είχαν την Δύναμη δεν είχαν καλή κατάληξη και από ότι φαίνεται η ιστορία επαναλαμβάνεται..» είπε διστακτικά αλλά και κουρασμένα.
«Δηλαδή.. θες να πεις, ότι..» δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα καν να σκεφτώ.
«Ναι, δεν είστε οι πρώτοι προστάτες της Δύναμης. Μόνο εκείνη μπορεί να διαλέξει και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρούμε. Έχουμε αφιερώσει σχεδόν όλη μας την ζωή σε αυτό και για αυτό προσπαθούσαμε να σας καθοδηγήσουμε, ώστε να μην γινόντουσαν τα λάθη του παρελθόντος. Και ήσασταν σε καλό δρόμο μέχρι που μπλέξατε με τον Δικαστή..» αναστέναξε και έβγαλε από την τσέπη της ένα κουτάκι.
Από μέσα του εμφανίστηκε ένα μικρό φως και αμέσως μετά ένα ολόγραμμα. Άφησα το κεφάλι μου να πέσει πίσω και ευχήθηκα να τελείωνε εδώ και τώρα. Δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω, δεν ήθελα να ακούσω άλλα, να μάθω άλλα.
Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και αγχωτικά, ναι, μας είχε βρει, ναι, ο Δήμαρχος ήταν νεκρός όπως και όλοι οι πράκτορες. Εντυπωσιάστηκα για ένα δευτερόλεπτο και μετά ένας φρικτός πόνος διαπέρασε το κορμί μου και θυμάμαι να ουρλιάζω.
Ο Τζέικ που ήταν, τι γινόταν τώρα; Πέθαινα; Τα κουρασμένα μου μάτια τον βρήκαν. Είχε φύγει. Ένα δάκρυ ξέφυγε από το μάτι μου και με ξάφνιασε. Γύρισα στην γυναίκα έπρεπε να τις πω κάτι σημαντικό. Για να μπορούσα να φύγω και εγώ ήσυχη.
«Την Δύναμη..» είπα αγκομαχώντας «Μην την αφήσεις στα χέρια τους..» άλλο λίγο έπρεπε να αντέξω «Πάρτη και κάνε καλά όσο περισσότερο κόσμο μπορείς..Δεν χρειάζεται να την εξηγήσουμε..» σταμάτησα και πίεσα τον εαυτό μου αλλά εκείνος δεν υπάκουσε.
«Η Δύναμη διαλέγει τους προστάτες της» είπε εκείνη μπερδεμένη.
«Όχι!» της φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει «Σταματήστε να παρατηρείτε και κάντε κάτι! Δεν είναι όλα γκρι...Εμείς κάναμε λάθος επιλογές γιατί δεν γνωρίζαμε, εσείς όμως ξέρετε. Γιατί να περιμένετε τους επόμενους;» είπα με πείσμα «Υποσχέσου το μας!» της φώναξα.


Δεν μίλησε. Στο τέλος κούνησε το κεφάλι της θετικά.


«Συγνώμη γλύκα, αλλά πρέπει να την κάνω..» της είπα χαμογελώντας «Με περιμένουν..» κοίταξα τον Τζέικ για τελευταία φορά και έκλεισα τα μάτια μου ήσυχη.


Μπορεί τελικά να είχε ελπίδα αυτή η ανθρωπότητα, μπορεί και όχι..

Daydreaming.. 1


Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.

Πάλι είχα χαθεί. Πάλι ονειρευόμουν χωρίς να κοιμάμαι. Τον τελευταίο καιρό, γινόταν όλο και πιο συχνά.

Κοίταξα τον υπολογιστή κενή. Τι έκανα; Νομίζω προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς έγραφε αυτό το mail. Το ξανά διάβασα. Συνέχισα να μην έχω ιδέα.

Το έκλεισα και αποφάσισα να βγω έξω για ένα τσιγάρο. Αυτό σίγουρα θα βοηθούσε.

Βρέθηκα έξω τουρτουρίζοντας. Με δυσκολία έβγαλα ένα τσιγάρο από το στραπατσαρισμένο πακέτο μου και το άναψα. Μετά την πρώτη τζούρα ένιωθα άλλος άνθρωπος. Ναι, ένα τσιγάρο μπορούσε να με ξυπνήσει.

Γύρισα και κοίταξα το θλιμμένο μπαλκόνι. Εκεί πιο πέρα έκλαιγε η κοκκινομάλλα  του πρώτου. Ποτέ δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα της. Την πλησίασα και αμέσως σκούπισε τα μάτια της. Λες και δεν την είχα δει ήδη να κλαίει.

«Ακόμα μαλακίζονται στον πρώτο;» την ρώτησα τραβώντας άλλη μια τζούρα από το τσιγάρο μου.

Με κοίταξε θλιμμένα και χαμογέλασε. «Ακόμα..» ψέλλισε. Τα μάτια της ήταν κόκκινα αν και είχε το πιο υπέροχο χρώμα ματιών που είχα δει ποτέ στην ζωή μου. Πολλές φορές είχα σκεφτεί να την ρωτήσω αν φοράει φακούς.

Της έδειξα το πακέτο. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ίσως είναι καιρός να το αρχίσεις» της είπα κυνικά. Χαμογέλασε ξανά και σκούπισε τα μάτια της. Τώρα είχε σταματήσει το κλάμα. «Το ξέρεις ότι δεν έχει κανένα νόημα έτσι;» της είπα αυτή την φορά πιο γλυκά.  Ήταν μικρή, γύρω στα είκοσι δύο. Δεν είχε ψηθεί ακόμα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μάταια είναι όλα σε αυτή την ζωή.

Στένεψε τα μάτια της και γύρισε προς το μέρος μου. Προσπαθούσε θαρρώ να με ζυγίσει. Ίσως απλά να της έλεγα κάτι που ήδη ήξερε. «Το ξέρω» είπε απογοητευμένα και φάνηκε να χαλαρώνει. Όμως δεν είπε τίποτα παραπάνω.

Το τσιγάρο μου τελείωνε. Και όταν έφτανε στο τέλος ήταν το χειρότερο μου.

Αναστέναξα και άναψα το επόμενο. Πάλι θα αργούσα να γυρίσω αλλά δεν με ένοιαζε. Ίσως τότε να με ένοιαζε, όταν ήμουν και εγώ σαν την μικρή κοκκινομάλλα, όμως τώρα δεν μου καιγόταν καρφί και ας ήταν οι εποχές δύσκολες και ας έπρεπε να κάνω τα πάντα για να κρατήσω την δουλειά μου.

Όταν έχεις φτάσει στην κόλαση, δεν σε νοιάζει λίγο κάψιμο.

Έψαξα το βλέμμα της. Όμως εκείνη βρισκόταν αλλού. «Νομίζεις ότι θα σου πω αυτό που λένε όλοι ότι όλα θα φτιάξουν και τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα..; Όχι, δεν θα σου πω αυτές τις αηδίες..» είπα με πάθος τραβώντας άλλη μια τζούρα. «Τα πράγματα δεν θα φτιάξουν και τα πράγματα δεν θα γίνουν καλύτερα όσο συνεχίζεις να τα αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο».

Τώρα με κοιτούσε σαν να ήμουν τρελή και ίσως να ήμουν αλλά αυτό δεν με σταμάτησε «Ποια είμαι εγώ που μιλάω; Και τι ξέρω έτσι;» της είπα γελώντας «Την τύφλα μου δεν ξέρω στην ουσία.. απλά κάποτε ήμουν στην θέση σου. Τα έπαιρνα όλα μέσα μου, μέτραγα την κάθε κουβέντα, μέχρι που αρρώστησα». Αυτό τράβηξε την προσοχή της. Πρέπει να ήταν αρκετά ευγενής γιατί δεν ρώτησε. Μόνο με κοιτούσε περιμένοντας να συνεχίσω. Δεν το έκανα. Νομίζω το μήνυμα μου το είχα περάσει και το ρολόι στο χέρι μου έλεγε αυτό που δεν ήθελα να δω.

Έσβησα το τσιγάρο και γύρισα στην πλάτη μου. Πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου της φώναξα «Τα λέμε κοκκινομάλλα!».

Daydreaming.. 2



Ο Αντρέας ήταν απορροφημένος φτιάχνοντας το μοντέλο του. Ήταν κολλημένος με τον μοντελισμό. Του άρεσαν τα καράβια, τα αεροπλάνα και ειδικά τα τρένα. Τα απογεύματα μετά την δουλειά αν δεν ήταν πολύ  κουρασμένος καθόταν στο γραφείο του, άναβε την λάμπα και ξεκινούσε.
Όταν είχαμε πρώτο γνωριστεί αυτό το χόμπι του μου φαινόταν ενδιαφέρον και γλυκό, τώρα πια ήθελα να πάω κρυφά και να του τα διαλύσω όλα.
Φυσικά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ο εαυτός μου. Μου την έδινε που ήταν λες και δεν υπήρχα στο δωμάτιο. Η αδιαφορία του με εκνεύριζε περισσότερο από όλα και αυτή η απάθεια. Μπορούσε να καιγόταν ο κόσμος και ο Αντρέας απλά να κοίταζε, έτσι ήταν ο χαρακτήρας του. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι είχα συμφιλιωθεί ακόμα και αν είχα προσπαθήσει σκληρά.
Η μέρα στην δουλειά είχε περάσει νερό σήμερα και δεν ένιωθα κουρασμένη. Ξανά κοίταξα τον Αντρέα, δεν σήκωσε βλέφαρο ούτε όταν αναστέναξα ασυναίσθητα.
Άνοιξα τον υπολογιστή μου και ξεκίνησα για άλλη μια φορά την κοινωνική δικτύωση. Σήμερα ήταν μέσα ο μικρός. Πιάσαμε την κουβέντα και ευτυχώς πριν το καταλάβω η ώρα είχε περάσει. Έριξα μια ματιά στον Αντρέα ο οποίος είχε κοιμηθεί στην καρέκλα. Αναστέναξα ξανά και πήγα προς το μέρος του. Το σκούντηξα με λίγο περισσότερη δύναμη από ότι θα έπρεπε. Άνοιξε τα μάτια του. Ήταν κατά κόκκινα. «Πήγαινε μέσα» του είπα ήρεμα. Με κοίταξε χωρίς να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Μόλις κατάλαβε σηκώθηκε απρόθυμα «Δεν θα έρθεις και εσύ μέσα;» με ρώτησε νυσταγμένα.
«Σε λίγο θα έρθω» του είπα γλυκά και κάθισα στον καναπέ. Φάνηκε να πείθετε και έφυγε. Γιατί να μην με πιστέψει άλλωστε; Με είχε σίγουρη.
Τον τελευταίο καιρό αυτό γινόταν. Πήγαινε για ύπνο και εγώ κάπνιζα κρυφά στο μπαλκόνι. Απεχθανόταν το τσιγάρο. Εγώ από την άλλη το λάτρευα. Έτσι τον απατούσα στο μπαλκόνι και στο διαδίκτυο. Όλα είχαν ξεκινήσει αθώα όπως ξεκινάνε πάντα και είχαν καταλήξει βρώμικα και σκοτεινά.
Δεν μιλούσαμε πια. Δεν φιλιόμασταν πια. Δεν αγκαλιαζόμασταν πια, δεν κάναμε τίποτα. Το μόνο πράγμα που κάναμε μαζί ήταν να κοιμόμαστε. Η μοναξιά ήταν αβάσταχτη. Τόσο που μερικές φορές όταν άναβα το ένα τσιγάρο μετά από το άλλο στον τέταρτο όροφο, σκεφτόμουν πόσο δύσκολο θα ήταν να πηδήξω και τελειώνω μια και έξω. Κάτι με κρατούσε. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό. Ίσως να ήταν τα χάπια.
Όταν πλέον ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν από την οθόνη αποφάσισα να πάω για ύπνο. Είχα αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί κοιμόμασταν ακόμα στο ίδιο κρεβάτι. Για το κρύο; Για να υπάρχει ένας λόγος; Δεν μπορούσα να το αιτιολογήσω ακόμα και όταν έβαζα τα χέρια μου στο σώμα μου και ερχόμουν σε κορύφωση ενώ εκείνος κοιμόταν δίπλα μου.
Πως γινόταν να μην το καταλαβαίνει; Αφού δεν με άγγιζε εκείνος, έπρεπε να το κάνω εγώ. Δεν γινόταν να κοιμηθώ διαφορετικά. Θα ήταν ή αυτό ή το κλάμα. Και απόψε δεν είχα το κουράγιο για το δεύτερο. Ήταν σχεδόν γελοίο το πόσο εύκολα έκλαιγα για οτιδήποτε άλλο. Σπάραζα αν έβλεπα μια ταινία ή άκουγα ένα τραγούδι και όταν ερχόταν η στιγμή να κλάψω για εμένα.. τίποτα.
Φυσικά υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις όπως απόψε. Που ξεκινούσα να κλαίω από τις τύψεις για αυτό που έκανα. Ένιωθα βρώμικη. Ξεκίνησα να κλαίω. Έβγαλα τα χέρια μου από το εσωτερικό των ποδιών μου και κοίταξα τον Αντρέα. Κοιμόταν ακόμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Θαρρώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έφταιγα για όλα εγώ και ότι ήταν απόλυτα φυσιολογικό για εκείνον να κοιμάται. Άλλωστε εγώ ήμουν η τρελή του χωριού.


Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έβγαινε δειλά και η πολυκατοικία απέναντι φωτιζόταν σιγά, σιγά. Είχα ξυπνήσει πριν το ξυπνητήρι για άλλη μια φορά. Τώρα πια κοιμόμουν όλο και πιο λίγο. Συνήθως κατέληγα να γυροφέρνω στο διαμέρισμα χωρίς νόημα. Δεν είναι ότι δεν ένιωθα κουρασμένη, το αντίθετο, απλά ένιωθα ότι αν κοιμηθώ θα ξυπνήσω σε μια άλλη μέρα και το αίσθημα που ένιωθα θα χανόταν. Χώρια ότι ο ύπνος φαινόταν άσκοπος. Η ζωή είναι τόσο μικρή. Θα κοιμόμουν μια και καλή.
Είχε πάει εφτά. Το κατάλαβα γιατί ο Αντρέας πήγαινε προς την καφετιέρα. Ποτέ δεν ήταν πρωινός τύπος και για αυτό δεν μιλούσαμε ποτέ πριν πιει καφέ. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτό, άλλωστε είχα συνηθίσει.
«Σήμερα είναι το δείπνο με τα παιδιά» του είπα όταν βεβαιώθηκα ότι με ακούει.
Έκλεισε τα μάτια του. Ήταν σαν να του είχα πει το χειρότερο νέο, και να φανταστείς ότι κάποτε ήμασταν φίλοι με τα παιδιά. Βγαίναμε, πίναμε, ξενυχτάγαμε.. Τώρα όλα αυτά ήταν μακρινό παρελθόν. Αυτοί είχαν δύο παιδιά και εμείς.. Εμείς ήμασταν εμείς.
«Πρέπει να πάμε;» το πρόσωπο του έλεγε ότι αν κατάφερνα να τον γλιτώσω από αυτό θα ήταν πολύ ευτυχισμένος. Όμως δεν θα το έκανα. Αν δεν ήμουν εγώ ευτυχισμένη δεν θα ήταν ούτε και αυτός.
«Το έχουμε αναβάλει ήδη δύο φορές» είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Δεν ήταν δυνατόν να μην μπορούσαμε να πάμε μια επίσκεψη χωρίς να το κάνουμε ολόκληρο θέμα; «Αν δες θες, μπορώ να πάω και μόνη μου. Έχω να δω την Δανάη πολύ καιρό».
Μαλάκωσε. Ήξερε ότι αν ξυπνούσε το θηρίο δεν θα είχε καλά ξεμπερδέματα. Σηκώθηκε από την καρέκλα και με πλησίασε. Να και κάτι που είχε να κάνει καιρό. Με αγκάλιασε. «Έλεγα να καθόμασταν σπίτι, να παραγγέλναμε και ίσως να ..» έβαλε τα χέρια του στο στήθος μου. Ξαφνιάστηκα. Σχεδόν είχα ξεχάσει πως ήταν να σε αγγίζουν.
Μούγκρισα χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Γύρισα και τον φίλησα. Μόνο για λίγο. Αμέσως έκοψε το φιλί μας και γύρισε στον καφέ του και το tablet του. Αυτό ήταν το ψίχουλο μου για σήμερα. Μου το πέταξε και τέλος. Θύμωσα.. τόσο πολύ που φαντάστηκα ολόκληρη σκηνή στο μυαλό μου. Σηκώθηκα ήρεμα, πήρα το τηγάνι με τα λάδια από το χθεσινό μαγείρεμα και του το έφερα στο κεφάλι. Ακόμα και η φαντασίωση μου δεν ήταν ικανοποιητική.
«Το βράδυ θα πάμε ή μάλλον θα πάω, αν θες έρχεσαι...» και με αυτή την δήλωση σηκώθηκα και πήγα να ετοιμαστώ για την δουλειά. Φυσικά δεν πήρα καμία απάντηση. Ούτε βλέφαρο δεν σήκωσε.
Καθώς ντυνόμουν θυμήθηκα τον παλιό καλό εαυτό μου. Άλλωστε θα έβλεπα μια από τις καλύτερες φίλες που είχα ποτέ. Μπορεί πλέον να μην μιλούσαμε συχνά ή να μην κάναμε παρέα αλλά δεν ήθελα να με δει στα χειρότερα μου. Ο ανθρώπινος εγωισμός μου δεν με ξεπερνούσε. Τουλάχιστον όχι ακόμα.
Έβαλα το καλύτερο κουστούμι μου, γραβάτα και το πιο κόκκινο κραγιόν που είχα ποτέ αποκτήσει. Θα φρεσκαριζόμουν στην δουλειά και θα πήγαινα κατευθείαν στα παιδιά. Στο δρόμο σταμάτησα σε ένα από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς. Δεν θα μπορούσα να πάω με άδεια χέρια. Ποτέ δεν το έκανα, σε ένα σπίτι έλεγε η μητέρα μου δεν πας ποτέ με άδεια χέρια.
Η διάθεση μου απογειώθηκε όταν πήρα διάφορα κομπλιμέντα από συναδέλφους παρότι ήξερα ότι μετά στην καφετέρια της εταιρίας θα ήμουν η μεγαλύτερη πουτάνα του γραφείου. Ωστόσο δεν με ένοιαζε.
Το μεσημέρι τηλεφώνησα στον Αντρέα. Ήταν η τελευταία μου προσπάθεια για να τον πείσω να έρθει μαζί μου. Με τα πολλά δέχτηκε, θα με συναντούσε μετά την δουλειά αφού θα είχα την μεγάλη τιμή να με πάρει από την δουλειά.
Στις οκτώ ήταν από κάτω. Το τελευταίο μου κομπλιμέντο το πήρα από τον φίλο μου τον σεκιουριτά, αφού πρώτα με ρώτησε που θα πήγαινα πονηρά. Δεν ήθελα να του χαλάσω την εικόνα έτσι το έπαιξα μοιραία. Ώρες, ώρες απορούσα πως είχα ακόμα την όρεξη να το κάνω αυτό.
Όταν μπήκα στο αμάξι ο Αντρέας μου χαμογέλασε. Φαινόταν να έχει διάθεση. Όχι ότι θα έπαιρνα κομπλιμέντο από εκείνον, δεν ήταν έτσι ο Αντρέας. Δεν εξέφραζε ελεύθερα την γνώμη του, ούτε ήταν κόλακας. Σχεδόν ένιωθα ότι δεν αξίζω τα καλά του λόγια γιατί πολύ απλά δεν ήταν καλός σε αυτά. Όχι ότι ήταν στις πράξεις. Έπρεπε να μου ήταν αρκετό το ότι ήταν μαζί μου και ας μην προχωρούσαμε όπως οι φίλοι μας.
Στο ασανσέρ έπεισα τον εαυτό μου. Απόψε θα έπαιζα την ευτυχισμένη όποτε έπρεπε πρώτα να πείσω τον εαυτό μου και μετά τους άλλους. Ο Αντρέας δεν είχε τέτοια θέματα, δεν χρειαζόταν να γίνει θεατρίνος γιατί πολύ απλά κανένας δεν περίμενε κάτι από εκείνον. Ήταν πάντα ο ίδιος καλός εαυτός του. Εγώ ήμουν η τρελή. Το τσίρκο.

Η Δανάη έλαμπε. Φαινόταν κουρασμένη αλλά έλαμπε. Δεν ήταν απαραίτητο για εκείνη να το παίξει, το ήξερα ότι ήταν καλά. Για αυτό και μέσα μου ένιωθα να πέφτω. Ζήλευα τόσο που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Αλλά απόψε δεν θα πάθαινα κρίση πανικού, όχι, σήμερα θα ήμουν η κουλ θεία.  Για κάποιο παράξενο λόγο είχε μάθει στα μικρά να με φωνάζουν έτσι.
Οι άντρες αράξανε στο τζάκι και οι γυναίκες χωθήκαμε στην κουζίνα λέγοντας μυστικά όπως παλιά. Η Δανάη σταμάτησε το κόψιμο και με κοίταξε εξονυχιστικά «Είσαι καλά;» με ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον. Θα ήταν πολύ χαζό εκ μέρους μου να βάλω τα κλάματα στην κουζίνα της. Με έκανε να νιώθω τόσο άβολα.
Έπνιξα κάθε επιθυμία και γέλασα. «Έλα τώρα Δανάη.. Ποιος είναι καλά αυτές τις μέρες; Δεν βλέπεις τι γίνετε με την κρίση;» Αυτή η εποχή είχε φέρει και κάτι πολύ καλό, όταν ήθελες να ξεφύγεις από μια συζήτηση είχες την τέλεια ατάκα γα αλλαγή θέματος. Όλοι βράζαμε στο ίδιο καζάνι. Το κόλπο είχε πιάσει και η κουβέντα είχε αλλάξει.
Όλη η υπόλοιπη προετοιμασία πέρασε με συζήτηση για τα παιδιά. Ήταν εύκολο να την ακούω να μιλά και να γνέφω κάθε τόσο συμφωνώντας σιωπηλά.
Όταν το φαγητό ήταν έτοιμο όλοι μαζευτήκαμε στην υπέροχη τραπεζαρία τους, στο υπέροχο ζεστό σπιτικό τους. Έτσι ήταν οι οικογένειες ακόμα και αν εγώ δεν είχα μια ήξερα να την αναγνωρίσω.
«Άντε πότε θα κάνετε και εσείς ένα;» η ερώτηση του Σπύρου έπεσε σαν βόμβα στα αυτιά μου.
Η Δανάη τον κοίταξε απειλητικά και ψιθύρισε το όνομα του. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου αλλά αμέσως βρήκα τον εαυτό μου. Άλλωστε είχα συνηθίσει αυτή την ερώτηση. Από τους γονείς και συγγενείς του Αντρέα μέχρι των φίλων μας.
Είχα έτοιμη την απάντηση. «Το έχουμε βάλει μπρος» είπα γλυκά γελώντας «Ξέρεις πως είναι αυτά δεν θέλουν άγχος». Όχι, ότι σου πέφτει λόγος παλιό μαλάκα. Πότε δεν τον χώνευα τον Σπύρο. Αδιάκριτος και μαλάκας όπως πάντα.
Όλοι συνεχίσαμε να τρώμε σιωπηλά. Έριξα μια ματιά στον Αντρέα. Εκείνος δεν επηρεαζόταν από τέτοιες ερωτήσεις. Φαινόταν σαν να μην έτρεχε τίποτα.
Μόλις τελειώσαμε το φαγητό και τα πιτσιρίκια πήγαν για ύπνο κάτσαμε λίγο ακόμα να τελειώσουμε το κρασί μας. Όμως εγώ έβραζα. Ήθελα να φύγω, να πάω σπίτι και να τα σπάσω όλα.
Τους καληνυχτίσαμε εγκάρδια και φύγαμε. Στο αμάξι δεν μίλησα. Ήξερα καλύτερα, οποιοσδήποτε καυγάς δεν θα είχε κανένα νόημα. Άλλωστε τους είχα κάνει τόσες φορές. Εγώ θα έβριζα, εκείνος θα μου έλεγε ότι δίνω πολύ σημασία. Μετά η κουβέντα θα γυρνούσε σε εμάς. Αφού είναι η αλήθεια. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδιά. Προσπαθούσαμε χρόνια.
Η εξωσωματική ήταν απαγορευμένη λόγω χρημάτων και ο Αντρέας μου το είχε ξεκόψει από την πρώτη στιγμή όπως και την υιοθεσία. Άρα είχαμε απομείνει με το απόλυτο τίποτα και εννέα σπερματεγχύσεις. Ο γιατρός μας το είχε πει. Δεν θα γινόταν.
Έτσι παρέμεινα να βράζω. Ο Αντρέας με φίλησε και πήγε για ύπνο. Πήρα το χάπι μου και άρχισα τα τσιγάρα. Δεν βγήκα καν στο μπαλκόνι. Ας με έπιανε. Κάπνιζα, ναι κάπνιζα, αν είχε κάποιο πρόβλημα ας με χώριζε. Να τέλειωνε αυτό το βασανιστήριο μια για πάντα, αφού κανείς δεν ήταν ευτυχισμένος σε αυτή τη σχέση. Όσο και αν έλεγε ότι αυτός είναι. Έλεγε ψέματα. Κορόιδευε τον εαυτό του και εμένα. Ήμασταν απλά σκιές. Δεν ζούσαμε. Απλά υπήρχαμε.