Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Σελήνα η Απόγονος της Λάμια - And wild is the..



Ένιωσα τον ήλιο να με καίει και πάλεψα για να ανοίξω τα μάτια μου. Όταν τα κατάφερα, είδα το δωμάτιο λουσμένο στο φως. Είχα κοιμηθεί πάνω στον Robert, μόλις το συνειδητοποίησα τον είδα να μου χαμογελά, κοιτάζοντας για μια ακόμη φορά το κενό.
«Καλημέρα» του είπα γλυκά, φιλώντας τον.
«Σκεφτόμουν μήπως θα ήθελες να πάμε στην θάλασσα σήμερα» είπε αργά, είχαμε την καλύτερη διάθεση και οι δύο αυτό το πρωινό.
«Τέλεια» είπα ανυπόμονα, «Θα φάω πρωινό και φύγαμε» όμως δεν μπόρεσα να τον αποχωριστώ τόσο γρήγορα, έτσι έκατσα για λίγο ακόμα μαζί του. Τα χέρια του με άγγιζαν παντού, τα δάχτυλά του φώλιαζαν σε όλο το κορμί μου. Πλέον είχε μάθει και το παραμικρό ψεγάδι μου.
Απρόθυμα, ντύθηκα και πήγα στην τραπεζαρία. Σήμερα δεν είχα πολύ όρεξη για φαγητό, έφαγα δυο φέτες ψωμί με βούτυρο και πήγα να συναντήσω τον Robert. Βρισκόταν έξω από το αμάξι, κρατώντας το μαύρο του μπαστούνι και με περίμενε. Μπήκα αμέσως στην θέση του οδηγού και ξεκίνησα.
Σήμερα ο Robert δεν μπορούσε να με οδηγήσει. Έτσι αφού έριξα μια μικρή ματιά στον χάρτη, αποφάσισα να πάω και όπου μας βγάλει. Ένιωθα θαρραλέα αυτό το πρωινό και ήθελα να δω τι άλλο έκρυβε αυτό το νησί.
Ανέβηκα ένα μεγάλο βουνό και ύστερα το κατέβηκα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι είχα φτάσει στην άλλη μεριά του νησιού και συνειδητοποίησα ότι μπροστά μου ξεχύνονταν χωράφια.
Σε αυτή την μεριά του νησιού οι άνθρωποι έσπερναν. Ήταν μια ευθεία και μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου, έβλεπες χρώματα. Από τα ηχεία του αυτοκινήτου ακουγόταν το  Wild   is the wind, του David Bowie, ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια. Όλοι αυτοί   οι συνδυασμοί με είχαν συνεπάρει, ένιωθα ότι είχα πάρει το καλύτερο χάπι έκστασης. Η ομορφότερη μέρα του καλοκαιριού, μου έκανε όλα τα χατίρια.
Στο τέλος της μεγάλης ευθείας υπήρχε ένα καταπράσινο χωράφι. Ένα τεράστιο ποτιστήρι  το έβρεχε, ζήλεψα την χάρη του και μόλις το πλησίασα σταμάτησα αμέσως το αμάξι.
Άνοιξα την πόρτα και έτρεξα προς το χωράφι. Το κρύο νερό που έπεφτε σαν βροχή από το ποτιστήρι, έκανε το σώμα μου να ανατριχιάζει. Τέντωσα τα χέρια μου, για να το νιώσω να κυλά στα δάχτυλα μου και άρχισα να στριφογυρίζω σαν μικρό παιδί. Μυρωδιές ερχόντουσαν από παντού, φρούτα, γρασίδι, νερό, φύση.
«Έλα!» του φώναξα χαρούμενα, κοίταζε προς το μέρος μου. Βγήκε και ακολούθησε την φωνή μου..

Love me, love me, love me, love me, say you do
let me fly away with you
for my love is like the wind, and wild is the wind
Wild is the wind..

Τον είδα να χαμογελάει καθώς με πλησίαζε. Του έβγαλα το σακάκι και άρχισε να βρέχετε και αυτός μαζί μου. Μόλις ένιωσε το νερό, το χαμόγελο του έγινε μεγαλύτερο, τον είδα να γλείφει τις σταγόνες από τα χείλη του. Άρχισε να με φιλάει παθιασμένα και μόλις με άφησε, συνέχισε το τραγούδι από εκεί που το είχα αφήσει..

Give me more than one caress
satisfy this hungriness
Let the wind blow through your heart
Oh wild is the wind, wild is the wind

You touch me, I hear the sound of mandolins
You kiss me
With your kiss my life begins
You're spring to me, all things to me
Don't you know you're life, itself!

Like the leaf clings to the tree,
Oh, my darling, cling to me
for we're like creatures in the wind,
and wild is the wind

Wild is the wind

Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω να τραγουδάει..
Για την ακρίβεια από τότε που μου είχε διηγηθεί την ιστορία του. Όμως ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε να τραγουδά τόσο εκπληκτικά.
Η χροιά του ήταν μπάσα και με υπέροχο χρώμα, η έκφραση του καθώς ερμήνευε ερωτεύσιμη. Ένιωσα θλίψη για μια στιγμή, θα μπορούσε να είχε γίνει μεγάλος καλλιτέχνης. Τα είχε όλα.. ομορφιά, ταλέντο και έκφραση. Ότι θα ζήλευε οπωσδήποτε τραγουδιστής. Μετά από αυτό ήθελα να του πω ότι νιώθω, να τα ξεφουρνίσω όλα. Όμως με πρόλαβε εκείνος.
Όταν πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να αντιληφθώ ότι είχε σταματήσει να τραγουδά, είπε «I love you» σχεδόν θυμωμένα αλλά και με αγωνία, λες και κρατιόταν να μην το ξεστομίσει. Πριν προλάβω να απαντήσω  με φίλησε με λύσσα και ένιωσα την γλώσσα του να καίει στο στόμα μου.
Όταν βρήκα την δύναμη να τον σταματήσω, του είπα λαχανιασμένα «Και εγώ σ’ αγαπώ». Ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του και αμέσως με ξαναφίλησε. Ο κόσμος γυρνούσε γύρω μας, εμείς όμως είχαμε σταματήσει τον χρόνο, μέχρι και οι σταγόνες είχαν σταματήσει να πέφτουν. Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήταν της φαντασίας μου, αλλά στον δικό μας κόσμο όλα ήταν πιθανά. Άργησα να το καταλάβω αλλά αυτός ο κόσμος δεν ήταν μόνο του Robert, ήταν και δικός μου, τώρα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Το μόνο που με κρατούσε πίσω ήταν ο φόβος, τώρα όμως δεν φοβόμουν. Βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά του και τίποτα δεν φάνταζε τρομερό, ήμουν πιο ερωτευμένη από ποτέ.

Απρόθυμα επιστρέψαμε στο αμάξι, το κομμάτι είχε τελειώσει αλλά πλέον δεν είχε σημασία. Έβαλα μπροστά και συνεχίσαμε προς το άγνωστο, μετά από λίγη ώρα βρήκα μια μικρή παραλία. Δεν υπήρχε κανένας και έπρεπε να κατέβεις επικίνδυνα σκαλιά για να βρεθείς στην θάλασσα.
Αφού εξήγησα την μικρή διαδρομή στον Robert, πήρε το μπαστούνι του και με οδηγό εμένα ξεκινήσαμε την κατάβαση. Φυσικά θα μπορούσε να κατέβει και μόνος του, είχε όλες τις υπόλοιπες οξυμένες αισθήσεις του να τον βοηθούν, όμως εγώ ένιωθα υπερπροστατευτική απέναντι του.
Η προσπάθεια άξιζε μόνο και μόνο για την ανατριχίλα που ένιωσα, όταν η θάλασσα έβρεξε για πρώτη φορά τα πόδια μου. Ο Robert κρατούσε το σακάκι του πίσω από τον ώμο και με κλειστά μάτια άκουγε τον ήχο της θάλασσας με ευχαρίστηση.
 Άρχισα να γδύνομαι, ήξερα ότι εδώ δεν θα μας έβλεπε κανείς και φυσικά δεν είχα πάρει μαζί μου μαγιό. Η θάλασσα είχε το πιο όμορφο χρώμα που είχα δει ποτέ σε θάλασσα, βέβαια δεν είχα ποτέ ταξιδέψει πουθενά, είχα δει μόνο φωτογραφίες. Η φωτογραφία        σε σχέση με την πραγματικότητα δεν συγκρινόταν, αυτό ήταν αλήθεια.
Μπήκα αργά στην θάλασσα και το νερό με καλοδέχτηκε, νόμιζα ότι θα ήταν κρύο όμως έκανα λάθος, σε αυτόν τον κολπίσκο η θερμοκρασία ήταν αρεστή. Κοίταξα για μια στιγμή  προς τα πίσω και είδα τον Robert να ξεκουμπώνει το πουκάμισο του. Μπροστά μου ξεχυνόταν ο ωκεανός και δεν μπορούσα να κοιτάξω τίποτα άλλο.
Δεν είχα ξανακάνει μπάνιο γυμνή και σίγουρα ήταν από τα μεγαλύτερα μου λάθη, είχε εκπληκτική αίσθηση. Πλησίασα την στεριά, ήθελα να τον βοηθήσω να μπει μέσα παρότι  δεν χρειαζόταν. Δεν άργησε να περάσει από το μυαλό μου η ιδέα, ότι σε λίγο καιρό μπορεί να ήμασταν στην ίδια κατάσταση. Το να χάνει κάποιος την όραση του δεν είναι απλό, ωστόσο ο Robert δεν έμοιαζε καθόλου ανήμπορος απλά όπως έλεγε αυτή ήταν η κατάρα του.
Τον τράβηξα απαλά και εκείνος αμέσως με άφησε και βούτηξε δείχνοντας μου πόσο καλός κολυμβητής είναι. Βγήκε στην επιφάνεια μετά από αρκετά λεπτά, θα ήταν χαζό να νομίζω ότι μπορούσε να πνιγεί, ωστόσο η ανησυχία δεν έφευγε.
Τον πλησίασα με δισταγμό, εγώ δεν γνώριζα τόσο καλό κολύμπι αλλά ευτυχώς ακόμα πατούσα. Έπιασε την γυμνή μου μέση με τέτοια προσοχή λες και υπήρχε περίπτωση να σπάσω «Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να σε δω αυτή την στιγμή..» μου ψιθύρισε στο λαιμό και έπειτα μου έδωσε ένα φιλί στο ίδιο σημείο «Φαντάζομαι τον ήλιο να σε λούζει και η θάλασσα να γίνετε ένα με το πράσινο των ματιών σου» κράτησε το πρόσωπο μου στα χέρια του και φίλησε τα μάτια μου.

Εκείνη την στιγμή έκανα την πρώτη μου ευχή, να μπορούσαμε να ήμασταν έτσι για πάντα, να μέναμε έτσι για πάντα, αλλά το για πάντα ίσως να μην υπάρχει ακόμα και όταν είσαι αθάνατος.
«Το νερό μοιάζει περισσότερο με τα δικά σου μάτια» είπα ανέμελα «Ξεθωριασμένα μπλε» χαμογέλασα ελαφρά και δεν χρειαζόταν να δει για να το καταλάβει, μου χαμογέλασε και εκείνος. «Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου αυτή την στιγμή;» δεν ήξερα καν από πού μου είχε έρθει αυτή η ερώτηση, ίσως επειδή όλα φάνταζαν ανέλπιστα τέλεια.
Τον είδα να σκοτεινιάζει, δεν ήθελε να απαντήσει ήταν εμφανές και ήμουν σίγουρη ότι είχε να κάνει με εμάς. Μετά από λίγο όμως μου έδωσε μια απάντηση «Να μην χαθούμε στην πορεία» μια αόριστη απάντηση. Δεν ήθελα καν να ρωτήσω τι σήμαινε αυτό, έτσι το βούλωσα και δέχτηκα το τώρα, όσο το είχα ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου