Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Daydreaming.. 2



Ο Αντρέας ήταν απορροφημένος φτιάχνοντας το μοντέλο του. Ήταν κολλημένος με τον μοντελισμό. Του άρεσαν τα καράβια, τα αεροπλάνα και ειδικά τα τρένα. Τα απογεύματα μετά την δουλειά αν δεν ήταν πολύ  κουρασμένος καθόταν στο γραφείο του, άναβε την λάμπα και ξεκινούσε.
Όταν είχαμε πρώτο γνωριστεί αυτό το χόμπι του μου φαινόταν ενδιαφέρον και γλυκό, τώρα πια ήθελα να πάω κρυφά και να του τα διαλύσω όλα.
Φυσικά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ο εαυτός μου. Μου την έδινε που ήταν λες και δεν υπήρχα στο δωμάτιο. Η αδιαφορία του με εκνεύριζε περισσότερο από όλα και αυτή η απάθεια. Μπορούσε να καιγόταν ο κόσμος και ο Αντρέας απλά να κοίταζε, έτσι ήταν ο χαρακτήρας του. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι είχα συμφιλιωθεί ακόμα και αν είχα προσπαθήσει σκληρά.
Η μέρα στην δουλειά είχε περάσει νερό σήμερα και δεν ένιωθα κουρασμένη. Ξανά κοίταξα τον Αντρέα, δεν σήκωσε βλέφαρο ούτε όταν αναστέναξα ασυναίσθητα.
Άνοιξα τον υπολογιστή μου και ξεκίνησα για άλλη μια φορά την κοινωνική δικτύωση. Σήμερα ήταν μέσα ο μικρός. Πιάσαμε την κουβέντα και ευτυχώς πριν το καταλάβω η ώρα είχε περάσει. Έριξα μια ματιά στον Αντρέα ο οποίος είχε κοιμηθεί στην καρέκλα. Αναστέναξα ξανά και πήγα προς το μέρος του. Το σκούντηξα με λίγο περισσότερη δύναμη από ότι θα έπρεπε. Άνοιξε τα μάτια του. Ήταν κατά κόκκινα. «Πήγαινε μέσα» του είπα ήρεμα. Με κοίταξε χωρίς να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Μόλις κατάλαβε σηκώθηκε απρόθυμα «Δεν θα έρθεις και εσύ μέσα;» με ρώτησε νυσταγμένα.
«Σε λίγο θα έρθω» του είπα γλυκά και κάθισα στον καναπέ. Φάνηκε να πείθετε και έφυγε. Γιατί να μην με πιστέψει άλλωστε; Με είχε σίγουρη.
Τον τελευταίο καιρό αυτό γινόταν. Πήγαινε για ύπνο και εγώ κάπνιζα κρυφά στο μπαλκόνι. Απεχθανόταν το τσιγάρο. Εγώ από την άλλη το λάτρευα. Έτσι τον απατούσα στο μπαλκόνι και στο διαδίκτυο. Όλα είχαν ξεκινήσει αθώα όπως ξεκινάνε πάντα και είχαν καταλήξει βρώμικα και σκοτεινά.
Δεν μιλούσαμε πια. Δεν φιλιόμασταν πια. Δεν αγκαλιαζόμασταν πια, δεν κάναμε τίποτα. Το μόνο πράγμα που κάναμε μαζί ήταν να κοιμόμαστε. Η μοναξιά ήταν αβάσταχτη. Τόσο που μερικές φορές όταν άναβα το ένα τσιγάρο μετά από το άλλο στον τέταρτο όροφο, σκεφτόμουν πόσο δύσκολο θα ήταν να πηδήξω και τελειώνω μια και έξω. Κάτι με κρατούσε. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό. Ίσως να ήταν τα χάπια.
Όταν πλέον ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν από την οθόνη αποφάσισα να πάω για ύπνο. Είχα αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί κοιμόμασταν ακόμα στο ίδιο κρεβάτι. Για το κρύο; Για να υπάρχει ένας λόγος; Δεν μπορούσα να το αιτιολογήσω ακόμα και όταν έβαζα τα χέρια μου στο σώμα μου και ερχόμουν σε κορύφωση ενώ εκείνος κοιμόταν δίπλα μου.
Πως γινόταν να μην το καταλαβαίνει; Αφού δεν με άγγιζε εκείνος, έπρεπε να το κάνω εγώ. Δεν γινόταν να κοιμηθώ διαφορετικά. Θα ήταν ή αυτό ή το κλάμα. Και απόψε δεν είχα το κουράγιο για το δεύτερο. Ήταν σχεδόν γελοίο το πόσο εύκολα έκλαιγα για οτιδήποτε άλλο. Σπάραζα αν έβλεπα μια ταινία ή άκουγα ένα τραγούδι και όταν ερχόταν η στιγμή να κλάψω για εμένα.. τίποτα.
Φυσικά υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις όπως απόψε. Που ξεκινούσα να κλαίω από τις τύψεις για αυτό που έκανα. Ένιωθα βρώμικη. Ξεκίνησα να κλαίω. Έβγαλα τα χέρια μου από το εσωτερικό των ποδιών μου και κοίταξα τον Αντρέα. Κοιμόταν ακόμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Θαρρώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έφταιγα για όλα εγώ και ότι ήταν απόλυτα φυσιολογικό για εκείνον να κοιμάται. Άλλωστε εγώ ήμουν η τρελή του χωριού.


Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έβγαινε δειλά και η πολυκατοικία απέναντι φωτιζόταν σιγά, σιγά. Είχα ξυπνήσει πριν το ξυπνητήρι για άλλη μια φορά. Τώρα πια κοιμόμουν όλο και πιο λίγο. Συνήθως κατέληγα να γυροφέρνω στο διαμέρισμα χωρίς νόημα. Δεν είναι ότι δεν ένιωθα κουρασμένη, το αντίθετο, απλά ένιωθα ότι αν κοιμηθώ θα ξυπνήσω σε μια άλλη μέρα και το αίσθημα που ένιωθα θα χανόταν. Χώρια ότι ο ύπνος φαινόταν άσκοπος. Η ζωή είναι τόσο μικρή. Θα κοιμόμουν μια και καλή.
Είχε πάει εφτά. Το κατάλαβα γιατί ο Αντρέας πήγαινε προς την καφετιέρα. Ποτέ δεν ήταν πρωινός τύπος και για αυτό δεν μιλούσαμε ποτέ πριν πιει καφέ. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτό, άλλωστε είχα συνηθίσει.
«Σήμερα είναι το δείπνο με τα παιδιά» του είπα όταν βεβαιώθηκα ότι με ακούει.
Έκλεισε τα μάτια του. Ήταν σαν να του είχα πει το χειρότερο νέο, και να φανταστείς ότι κάποτε ήμασταν φίλοι με τα παιδιά. Βγαίναμε, πίναμε, ξενυχτάγαμε.. Τώρα όλα αυτά ήταν μακρινό παρελθόν. Αυτοί είχαν δύο παιδιά και εμείς.. Εμείς ήμασταν εμείς.
«Πρέπει να πάμε;» το πρόσωπο του έλεγε ότι αν κατάφερνα να τον γλιτώσω από αυτό θα ήταν πολύ ευτυχισμένος. Όμως δεν θα το έκανα. Αν δεν ήμουν εγώ ευτυχισμένη δεν θα ήταν ούτε και αυτός.
«Το έχουμε αναβάλει ήδη δύο φορές» είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Δεν ήταν δυνατόν να μην μπορούσαμε να πάμε μια επίσκεψη χωρίς να το κάνουμε ολόκληρο θέμα; «Αν δες θες, μπορώ να πάω και μόνη μου. Έχω να δω την Δανάη πολύ καιρό».
Μαλάκωσε. Ήξερε ότι αν ξυπνούσε το θηρίο δεν θα είχε καλά ξεμπερδέματα. Σηκώθηκε από την καρέκλα και με πλησίασε. Να και κάτι που είχε να κάνει καιρό. Με αγκάλιασε. «Έλεγα να καθόμασταν σπίτι, να παραγγέλναμε και ίσως να ..» έβαλε τα χέρια του στο στήθος μου. Ξαφνιάστηκα. Σχεδόν είχα ξεχάσει πως ήταν να σε αγγίζουν.
Μούγκρισα χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Γύρισα και τον φίλησα. Μόνο για λίγο. Αμέσως έκοψε το φιλί μας και γύρισε στον καφέ του και το tablet του. Αυτό ήταν το ψίχουλο μου για σήμερα. Μου το πέταξε και τέλος. Θύμωσα.. τόσο πολύ που φαντάστηκα ολόκληρη σκηνή στο μυαλό μου. Σηκώθηκα ήρεμα, πήρα το τηγάνι με τα λάδια από το χθεσινό μαγείρεμα και του το έφερα στο κεφάλι. Ακόμα και η φαντασίωση μου δεν ήταν ικανοποιητική.
«Το βράδυ θα πάμε ή μάλλον θα πάω, αν θες έρχεσαι...» και με αυτή την δήλωση σηκώθηκα και πήγα να ετοιμαστώ για την δουλειά. Φυσικά δεν πήρα καμία απάντηση. Ούτε βλέφαρο δεν σήκωσε.
Καθώς ντυνόμουν θυμήθηκα τον παλιό καλό εαυτό μου. Άλλωστε θα έβλεπα μια από τις καλύτερες φίλες που είχα ποτέ. Μπορεί πλέον να μην μιλούσαμε συχνά ή να μην κάναμε παρέα αλλά δεν ήθελα να με δει στα χειρότερα μου. Ο ανθρώπινος εγωισμός μου δεν με ξεπερνούσε. Τουλάχιστον όχι ακόμα.
Έβαλα το καλύτερο κουστούμι μου, γραβάτα και το πιο κόκκινο κραγιόν που είχα ποτέ αποκτήσει. Θα φρεσκαριζόμουν στην δουλειά και θα πήγαινα κατευθείαν στα παιδιά. Στο δρόμο σταμάτησα σε ένα από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς. Δεν θα μπορούσα να πάω με άδεια χέρια. Ποτέ δεν το έκανα, σε ένα σπίτι έλεγε η μητέρα μου δεν πας ποτέ με άδεια χέρια.
Η διάθεση μου απογειώθηκε όταν πήρα διάφορα κομπλιμέντα από συναδέλφους παρότι ήξερα ότι μετά στην καφετέρια της εταιρίας θα ήμουν η μεγαλύτερη πουτάνα του γραφείου. Ωστόσο δεν με ένοιαζε.
Το μεσημέρι τηλεφώνησα στον Αντρέα. Ήταν η τελευταία μου προσπάθεια για να τον πείσω να έρθει μαζί μου. Με τα πολλά δέχτηκε, θα με συναντούσε μετά την δουλειά αφού θα είχα την μεγάλη τιμή να με πάρει από την δουλειά.
Στις οκτώ ήταν από κάτω. Το τελευταίο μου κομπλιμέντο το πήρα από τον φίλο μου τον σεκιουριτά, αφού πρώτα με ρώτησε που θα πήγαινα πονηρά. Δεν ήθελα να του χαλάσω την εικόνα έτσι το έπαιξα μοιραία. Ώρες, ώρες απορούσα πως είχα ακόμα την όρεξη να το κάνω αυτό.
Όταν μπήκα στο αμάξι ο Αντρέας μου χαμογέλασε. Φαινόταν να έχει διάθεση. Όχι ότι θα έπαιρνα κομπλιμέντο από εκείνον, δεν ήταν έτσι ο Αντρέας. Δεν εξέφραζε ελεύθερα την γνώμη του, ούτε ήταν κόλακας. Σχεδόν ένιωθα ότι δεν αξίζω τα καλά του λόγια γιατί πολύ απλά δεν ήταν καλός σε αυτά. Όχι ότι ήταν στις πράξεις. Έπρεπε να μου ήταν αρκετό το ότι ήταν μαζί μου και ας μην προχωρούσαμε όπως οι φίλοι μας.
Στο ασανσέρ έπεισα τον εαυτό μου. Απόψε θα έπαιζα την ευτυχισμένη όποτε έπρεπε πρώτα να πείσω τον εαυτό μου και μετά τους άλλους. Ο Αντρέας δεν είχε τέτοια θέματα, δεν χρειαζόταν να γίνει θεατρίνος γιατί πολύ απλά κανένας δεν περίμενε κάτι από εκείνον. Ήταν πάντα ο ίδιος καλός εαυτός του. Εγώ ήμουν η τρελή. Το τσίρκο.

Η Δανάη έλαμπε. Φαινόταν κουρασμένη αλλά έλαμπε. Δεν ήταν απαραίτητο για εκείνη να το παίξει, το ήξερα ότι ήταν καλά. Για αυτό και μέσα μου ένιωθα να πέφτω. Ζήλευα τόσο που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Αλλά απόψε δεν θα πάθαινα κρίση πανικού, όχι, σήμερα θα ήμουν η κουλ θεία.  Για κάποιο παράξενο λόγο είχε μάθει στα μικρά να με φωνάζουν έτσι.
Οι άντρες αράξανε στο τζάκι και οι γυναίκες χωθήκαμε στην κουζίνα λέγοντας μυστικά όπως παλιά. Η Δανάη σταμάτησε το κόψιμο και με κοίταξε εξονυχιστικά «Είσαι καλά;» με ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον. Θα ήταν πολύ χαζό εκ μέρους μου να βάλω τα κλάματα στην κουζίνα της. Με έκανε να νιώθω τόσο άβολα.
Έπνιξα κάθε επιθυμία και γέλασα. «Έλα τώρα Δανάη.. Ποιος είναι καλά αυτές τις μέρες; Δεν βλέπεις τι γίνετε με την κρίση;» Αυτή η εποχή είχε φέρει και κάτι πολύ καλό, όταν ήθελες να ξεφύγεις από μια συζήτηση είχες την τέλεια ατάκα γα αλλαγή θέματος. Όλοι βράζαμε στο ίδιο καζάνι. Το κόλπο είχε πιάσει και η κουβέντα είχε αλλάξει.
Όλη η υπόλοιπη προετοιμασία πέρασε με συζήτηση για τα παιδιά. Ήταν εύκολο να την ακούω να μιλά και να γνέφω κάθε τόσο συμφωνώντας σιωπηλά.
Όταν το φαγητό ήταν έτοιμο όλοι μαζευτήκαμε στην υπέροχη τραπεζαρία τους, στο υπέροχο ζεστό σπιτικό τους. Έτσι ήταν οι οικογένειες ακόμα και αν εγώ δεν είχα μια ήξερα να την αναγνωρίσω.
«Άντε πότε θα κάνετε και εσείς ένα;» η ερώτηση του Σπύρου έπεσε σαν βόμβα στα αυτιά μου.
Η Δανάη τον κοίταξε απειλητικά και ψιθύρισε το όνομα του. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου αλλά αμέσως βρήκα τον εαυτό μου. Άλλωστε είχα συνηθίσει αυτή την ερώτηση. Από τους γονείς και συγγενείς του Αντρέα μέχρι των φίλων μας.
Είχα έτοιμη την απάντηση. «Το έχουμε βάλει μπρος» είπα γλυκά γελώντας «Ξέρεις πως είναι αυτά δεν θέλουν άγχος». Όχι, ότι σου πέφτει λόγος παλιό μαλάκα. Πότε δεν τον χώνευα τον Σπύρο. Αδιάκριτος και μαλάκας όπως πάντα.
Όλοι συνεχίσαμε να τρώμε σιωπηλά. Έριξα μια ματιά στον Αντρέα. Εκείνος δεν επηρεαζόταν από τέτοιες ερωτήσεις. Φαινόταν σαν να μην έτρεχε τίποτα.
Μόλις τελειώσαμε το φαγητό και τα πιτσιρίκια πήγαν για ύπνο κάτσαμε λίγο ακόμα να τελειώσουμε το κρασί μας. Όμως εγώ έβραζα. Ήθελα να φύγω, να πάω σπίτι και να τα σπάσω όλα.
Τους καληνυχτίσαμε εγκάρδια και φύγαμε. Στο αμάξι δεν μίλησα. Ήξερα καλύτερα, οποιοσδήποτε καυγάς δεν θα είχε κανένα νόημα. Άλλωστε τους είχα κάνει τόσες φορές. Εγώ θα έβριζα, εκείνος θα μου έλεγε ότι δίνω πολύ σημασία. Μετά η κουβέντα θα γυρνούσε σε εμάς. Αφού είναι η αλήθεια. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδιά. Προσπαθούσαμε χρόνια.
Η εξωσωματική ήταν απαγορευμένη λόγω χρημάτων και ο Αντρέας μου το είχε ξεκόψει από την πρώτη στιγμή όπως και την υιοθεσία. Άρα είχαμε απομείνει με το απόλυτο τίποτα και εννέα σπερματεγχύσεις. Ο γιατρός μας το είχε πει. Δεν θα γινόταν.
Έτσι παρέμεινα να βράζω. Ο Αντρέας με φίλησε και πήγε για ύπνο. Πήρα το χάπι μου και άρχισα τα τσιγάρα. Δεν βγήκα καν στο μπαλκόνι. Ας με έπιανε. Κάπνιζα, ναι κάπνιζα, αν είχε κάποιο πρόβλημα ας με χώριζε. Να τέλειωνε αυτό το βασανιστήριο μια για πάντα, αφού κανείς δεν ήταν ευτυχισμένος σε αυτή τη σχέση. Όσο και αν έλεγε ότι αυτός είναι. Έλεγε ψέματα. Κορόιδευε τον εαυτό του και εμένα. Ήμασταν απλά σκιές. Δεν ζούσαμε. Απλά υπήρχαμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου