Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Daydreaming.. 4


Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που ο Αντρέας είχε ξυπνήσει πριν από εμένα. Το Σάββατο για κάποιο παράξενο λόγο κοιμόμουν λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Ένιωθα τόσο κουρασμένη τον τελευταίο καιρό. Δεν κοιμόμουν καλά, δεν έτρωγα. Άφηνα τον εαυτό μου να χαλαρώσει μόνο το βράδυ της Παρασκευής.
«Που ήσουν χτες;» δεν σήκωσε καν το βλέμμα του από το tablet του όταν μου έκανε αυτή την ερώτηση.
«Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ» του είπα γρήγορα και κατευθύνθηκα να βάλω καφέ. Δεν μίλησε έτσι συνέχισα «Ξύπνησα τα ξημερώματα και ήρθα μέσα». Έδινα αναφορά. Πάντα το έκανα. Έτσι είχαμε μάθει να κάνουμε από την αρχή της σχέσης μας. Λες και ήμασταν οι γονείς ο ένας του άλλου και όχι ζευγάρι.
Για εμένα ήταν φυσικό να τρέφω αυτήν την αρρωστημένη σχέση, δεν είχα φυσιολογικούς γονείς, όμως εκείνος υποτίθεται ότι είχε μεγαλώσει στο καλύτερο περιβάλλον.
Οι γονείς του ήταν ακόμα μαζί και αγαπημένοι. Οι δικοί μου μισιόντουσαν και έπαιζαν ξύλο ακόμα και στα τελευταία τους. Δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι που όμως είχαν καταλήξει μαζί. Στην αρχή νόμιζα ότι θα με έσωζε, ότι θα μου έδειχνε πως είναι να σε αγαπούν αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι η παρατηρητικότητα μου μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά.
Μπορεί να έχεις τα χειρότερα παραδείγματα αλλά αν είσαι αρκετά παρατηρητικός μπορείς να ξεχωρίσεις το σωστό από το λάθος. Τουλάχιστον εάν είσαι έξυπνος. Εγώ ήμουν πάντα χαζή. Από το γυμνάσιο που έτσι συνήθιζαν να με φωνάζουν οι συμμαθητές μου επειδή έκανα χαζές ερωτήσεις, μέχρι το ότι δεν έβλεπα την υποκρισία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Πολλές φορές έλεγα στον εαυτό μου ότι ήμουν μικρή, δεν ήξερα. Ήταν η τέλεια δικαιολογία. Όμως τώρα ποια είχα;
Ο Αντρέας συνέχισε να κουνάει το δάχτυλό του πάνω κάτω στην οθόνη με τόση συγκέντρωση που σκέφτηκα ότι αν το έκανε αυτό και στο αιδοίο μου, θα ήμασταν σίγουρα πιο ευτυχισμένοι. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν. Δεν είχε καμία διάθεση για κάτι τέτοιο έτσι σηκώθηκα από το τραπέζι και άναψα την τηλεόραση.
Τα Σαββατοκύριακα δεν βγαίναμε. Αν γινόταν κάποιο θαύμα θα ήταν για κάποια υποχρέωση. Αυτή την βδομάδα δεν είχαμε κάποια. Συνήθως φρόντιζε εκείνος για να μην έχουμε καμία. Ήταν ιδιοφυία στο να απορρίπτει προτάσεις. Πριν ακόμα του πρότεινες κάτι το είχε απορρίψει. Έτσι δεν έκανα πια τον κόπο όπως δεν έκανα και για τίποτε άλλο.
Περνούσα τον “ελεύθερο” χρόνο μου μπροστά από την τηλεόραση ή μπροστά από τον υπολογιστή. Και οι μήνες περνούσαν και τα χρόνια έτρεχαν χωρίς να το καταλάβω.
Κάποτε είχα φίλους και εκείνος είχε. Εγώ τους έδιωξα γιατί με ενοχλούσε το να με κρίνουν συνεχώς και να μου λένε τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνω. Εκείνος έλεγε ότι εγώ έφταιγα που δεν είχε φίλους. Δεν το έλεγε πάντα. Μόνο όταν τσακωνόμασταν. Προφανώς του είχα βάλει αόρατες αλυσίδες και του δημιουργούσα τύψεις κάθε φορά που με άφηνε.
Ναι είμαι δειλή. Δεν ήθελα ο Αντρέας να είναι άλλος ένας άνθρωπος που θα με εγκαταλείψει σε αυτή την ζωή. Τον ήθελα ακόμα και αν τον μισούσα, ακόμα και αν δεν μπορούσε ούτε να με κοιτάξει στα μάτια πλέον.
Οι καλοί μου “φίλοι” προσπαθούσαν να με χωρίσουν από τον Αντρέα. Όλοι στα λόγια ήταν πολύ δεξιοτέχνες αλλά κανένας δεν είχε ιδέα για το τι μιλούσε. Είναι πολύ εύκολο να προσπαθείς να φτιάξεις την ζωή κάποιου άλλου από το να αγγίξεις την δική σου.
Έπρεπε και εγώ να κάνω όλα αυτά που έκαναν και εκείνοι. Να έχω λεφτά, να έχω σπίτι και να έχω παιδιά. Εάν δεν έκανα κάτι από αυτά δεν θα μάθαινα το νόημα της ζωής. Επίσης ήμουν η προβληματική φίλη τους που έπρεπε να φτιάξουν. Ο καθένας είχε τους λόγους του. Το πόσο με εξόργιζε το ότι νόμιζαν ότι μπορούσαν να έχουν επιρροή πάνω μου. Ο κόσμος φοβάται ότι δεν μπορεί να καταλάβει. Και εγώ ήμουν το πόστερ για αυτή την καμπάνια.
Μπορεί να μην ήξερα και να μην μάθαινα ποτέ πιο είναι το νόημα αυτής της ζωής αλλά δεν θα έφερνα άλλη μια στον κόσμο για τους δικούς μου εγωιστικούς λόγους. Όταν το ήθελα, το ήθελα για άλλους λόγους όχι γιατί έπρεπε. Το να φέρεις έναν άνθρωπο στο κόσμο για να πεθάνει είναι βαρύ φορτίο και για να το αντέξεις πρέπει να γνωρίζεις ακριβώς γιατί το κάνεις.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν ο Αντρέας στάθηκε από πάνω μου με ένα ποτήρι νερό και το χάπι μου στην χούφτα του. Σήκωσα το βλέμμα μου στα χέρια του. Χωρίς να πω τίποτα τα πήρα στα δικά μου και έφερα το χάπι στα χείλη μου. Τα είχα βαρεθεί τα χάπια. Ήθελα να του ουρλιάξω αλλά δεν το έκανα. Το έχωσα στο στόμα μου και κάτω από την γλώσσα μου. Ήπια λίγο νερό.
Έφυγε από μπροστά μου και επέστρεψε το γραφείο του. Όταν βεβαιώθηκα ότι δεν κοιτάζει το έφτυσα και το έκρυψα στο σουτιέν μου. Είχε επιμείνει να δω κάποιο ψυχίατρο μετά την αρρώστια μου.
Δεν ήθελα να την σκέφτομαι πια. Την είχα νικήσει. Όμως ο Αντρέας υποστήριζε ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Έτσι με πήγε σχεδόν με το ζόρι και ο γιατρός με γέμισε με χάπια. Στην αρχή ήμουν φυτό. Είχα να τον δω τόσο ευτυχισμένο από την αρχή της σχέσης μας. Ήταν ήρεμος γιατί νόμιζε ότι όλα αυτά μου κάνουν καλό.
Πόσο γελιόταν. Τίποτα από αυτά δεν μου έκανε καλό και ο μόνος λόγος που είχα συμφωνήσει να πάω στον ψυχίατρο ήταν επειδή φοβόμουν μην με κλείσει μέσα. Ακόμα το φοβόμουν αυτό.
«Πάω για ύπνο» τον άκουσα να λέει. Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Έβλεπα μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. «Μην ξενυχτίσεις» μου είπε τρυφερά και μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
Όταν έφυγε έβαλα μια ακόμη κούπα καφέ. Μόλις τελείωσε η ταινία ένιωθα άδεια. Άρχισα να τριγυρνώ στο σπίτι όπως συνήθως. Ήπια και άλλο καφέ. Το κεφάλι μου ήταν γεμάτο από σκέψεις και δεν άντεχα άλλο. Δεν ήθελα να σκέφτομαι. Πονούσα τόσο πολύ. Έπαθα γύρω στις τρεις κρίσεις πανικού. Όλα φάνταζαν ίδια όπως κάθε Σάββατο μέχρι που έχωσα το κεφάλι μου στο παγωμένο νερό.
Δεν θυμόμουν να είχα γεμίσει την μπανιέρα. Άρχισα να τρέχω μέσα στο σπίτι και να ουρλιάζω. Ένιωθα τόσο μπερδεμένη. Τι μου συνέβαινε; Ο Αντρέας είχε ξυπνήσει. Με κοιτούσε αποσβολωμένος. Με έπιασε από τα μπράτσα και ούρλιαξα ξανά. Κοίταξε γύρω του και κυνήγησα το βλέμμα του.
Παντού υπήρχαν κούπες από καφέ. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Το μπάνιο είχε πλημμυρίσει. Μουσική έπαιζε στην διαπασών. Εγώ τα είχα κάνει όλα αυτά; Μα δεν θυμόμουν τίποτα.
«Τι έκανες;» τον άκουσα να φωνάζει από το βάθος του μυαλού μου αλλά δεν μπορούσα να του απαντήσω. Δεν ήξερα. Συνέχισε να με ρωτά και να με ταρακουνά μέχρι που ξέφυγα από την λαβή του.
Με κυνήγησε και άρχισα να γελάω. Γρήγορα όμως τα παράτησε. Έκλεισε την μουσική και το νερό που ακόμα έτρεχε από την μπανιέρα. Εγώ έμεινα να το κοιτάζω κρατώντας το στομάχι μου από τα γέλια.
Μόλις επέστρεψε πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του. Έτρεξα κατά πάνω του να τον σταματήσω. Αλλά ήταν πολύ πιο δυνατός από εμένα. Ήξερα τι θα έκανε. Έτσι άρχισα να ουρλιάζω μέχρι που μου έκλεισε το στόμα. Παλεύαμε. Ήταν έτοιμος το έβλεπα. Θα έκανε ότι έκανε και ο πατέρας μου στην μάνα μου. Ερχόταν το έβλεπα. Έτσι σταμάτησα να παλεύω. Προσγειώθηκα στο πάτωμα με όλη μου την δύναμη και άρχισα να κλαίω δυνατά.
Είχα χάσει την μάχη. Γιατί δεν ήθελα να παλέψω. Ήξερα ήδη πως θα κατέληγε αυτό. Ήμουν μόνη. Και τώρα θα ήμουν ακόμα πιο πολύ εκεί μέσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου