Ήταν νύχτα. Όλα ήταν θεοσκότεινα. Στο
στενό επικρατούσε απόλυτη ησυχία και κανένας δεν κυκλοφορούσε. Ήταν η τέλεια
βραδιά για να απαγάγεις δύο ανθρώπους. Δύο ανθρώπους που ήταν επικίνδυνοι, που
κυκλοφορούσαν με μια Δύναμη κριμένη στο μπουφάν τους.
Με λένε Μελίσσα και εδώ και ένα χρόνο υπηρετώ την Δύναμη. Το πώς βρέθηκα σε αυτή την ιστορία ποτέ δεν το κατάλαβα. Ακόμα και τώρα κάνουμε αστεία με τον Τζέικ για το πώς μας βρήκε η Δύναμη. Δεν την διαλέξαμε, αυτή μας βρήκε. Άγνωστο το πώς και το γιατί αλλά εμείς την υπηρετούμε σαν να είναι ο θεός μας. Φυσικά όταν έχεις δει τι μπορεί να κάνει, δεν μπορείς παρά απλά να την προστατεύσεις.
Αυτός ήταν και ο λόγος που σήμερα βρισκόμασταν δεμένοι με τις αόρατες χειροπέδες της Υπηρεσίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που μας πήγαιναν στο Λιμάνι. Ειρωνικό θα το έλεγες, μιας και πριν από ακριβώς ένα χρόνο εγώ και ο Τζέικ είχαμε γνωριστεί σε αυτό το μέρος. Και σήμερα θα πεθαίναμε εδώ.
Πότε δεν ήμουν τυχερή και ποτέ δεν πίστευα στην τύχη μέχρι που εκείνος βρέθηκε στον δρόμο μου. Τον είχα γλυτώσει από μια δουλειά που είχε πάει με όλους τους τρόπους “στραβά”.
Προσπαθούσε να αγοράσει από την μαφία παράνομα ένα υλικό που θα τον βοηθούσε σε μια εφεύρεση του και φυσικά επειδή ήταν πολύ πιο έξυπνος από εκείνους, τους είχε παίξει για τα καλά. Φυσικά τους είχε νευριάσει κιόλας.
Τον είχαν γονατίσει και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν όταν “έτυχε” να περνάω από το λιμάνι εκείνο το βράδυ. Φυσικά δεν ήταν τυχαίο. Δούλευα μυστικά για την υπηρεσία και παρακολουθούσα την μαφία πολύ καιρό.O βλάκας θα μου χαλούσε την δουλειά, έτσι τον έσωσα και έβαλα στην “Τιμωρία” δύο από τους μαφιόζους.
Μετά από αυτό παραιτήθηκα από την υπηρεσία και ακολούθησα τον Τζεικ. Μέσα σε ένα μήνα μας είχε βρει η Δύναμη.
Στάθηκα για ένα λεπτό να κοιτάξω γύρω μου όταν ένιωσα το όπλο στα πλευρά μου. Η γλοιώδης φωνή του πράκτορα γρύλισε στο αυτί μου με βία «Κουνήσου!» και έτσι προχώρησα. Όμως είχα προλάβει να ελέγξω όλες τις πιθανούς τρόπους διαφυγής μας. Τα στατιστικά όπως θα έλεγε και ο Τζέικ δεν ήταν καλά.
Αφού μας κάθισαν σε δύο ετοιμόρροπες καρέκλες μας έδεσαν και τα πόδια. Χαμογέλασα στον εαυτό μου προξενώντας την περιέργεια σε διάφορους από τους παλιούς μου συναδέλφους. «Τι γελάς Ρίβερ;» με ρώτησε ειρωνικά ένας από αυτούς.
«Α! Τίποτα πράκτορα Σον, απλά σκεφτόμουν ότι πριν από ένα χρόνο βρισκόμουν στην θέση σου.. Χωρίς να ρωτάω πολλά, κάνοντας το καθήκον μου για την πατρίδα» γέλασα για άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά.
Όταν έφαγα την μπουνιά από τον πράκτορα σταμάτησα να γελάω. Ο Τζέικ πάλεψε με τα αόρατα δεσμά του. Όμως σταμάτησε όταν του έριξα μια ματιά. Μετά από όλα αυτά που είχαμε περάσει μαζί μπορούσαμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.
Το σόου όμως δεν είχε τελειώσει. Μόλις ξεκινούσε και ο πρωταγωνιστής δεν είχε φτάσει ακόμα. Τον περιμέναμε όλοι σιωπηλά και καθώς περνούσαν τα λεπτά δεν μπορούσα να μην σκεφτώ τον Δικαστή Μπράιτον.
Αυτός για τον οποίο είχαμε συλληφθεί, επικηρυχτεί και κυνηγηθεί. Για μια δολοφονία που ποτέ δεν είχαμε διαπράξει. Ούτως η αλλιώς αυτό ήταν απλά η αφορμή. Η αφορμή για να μας πάρουν την Δύναμη.
Η Δύναμη ήταν κάτι ξένο για εκείνους. Ήταν κάτι που θα έπρεπε να φοβάσαι, ήταν μια απειλή. Εμείς την βλέπαμε σαν δώρο. Πριν καν μπλέξουμε σε αυτή την ιστορία είχαμε σώσει πολύ κόσμο και νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να σώσουμε ακόμα περισσότερους με την βοήθεια ενός Δικαστή.
Ατελείωτες φορές είχα προσπαθήσει να πείσω τον Τζέικ ότι δεν έπρεπε να μπλέξουμε την Εθνική ασφάλεια. Δεν ήταν ότι δεν πίστευα αρκετά στην δύναμη, ήταν ότι γνώριζα πολύ καλά το σύστημα. Δούλευα σε αυτό. Όμως εκείνο το πρωινό είχα κάνει πίσω στην απόφαση να επισκεφτούμε ξανά τον Δικαστή Μπράιτον για να του ζητήσουμε βοήθεια.
Το ήξερα ότι ήταν ανώφελο να πάμε ξανά εκεί. Ο Τζέικ είχε ανάγκη μια ιδέα. Έτσι έκανε ότι έβρισκε μια, πιανόταν από αυτή και του γινόταν εμμονή. Συνήθως τον σταματούσα όταν το παρατραβούσε, έτσι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι μετά από εκείνη την μέρα θα σταματούσα την τρέλα με τον Δικαστή.
Την επόμενη μέρα είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του. Ο τρόπος που είχε πεθάνει ήταν πιστή αντιγραφή της εκπαίδευσης μου σαν πράκτορας. Μόνο ένας πράκτορας της υπηρεσίας θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τον Δικαστή Μπράιτον, είχε πει ο ιατροδικαστής.
Συλληφθήκαμε αμέσως μετά από την νεκροψία. Για ατελείωτες ώρες μας είχαν κλεισμένους σε ξεχωριστά δωμάτια να μας ανακρίνουν. Πρέπει να ήταν ο περισσότερος χρόνος που είχα περάσει χωριστά από τον Τζέικ τον τελευταίο χρόνο και για αυτό τους μισούσα.
Το μόνο που είχα προλάβει να του πω πριν μας χωρίσουν ήταν «Μην μιλήσεις». Αν και ο Τζέικ ήταν αυτός που τα πήγαινε καλά στα λόγια και όχι εγώ, ήξερα πως, ότι και να έλεγε θα γυρνούσε εναντίον του. Έτσι και έκανε. Είχαν απομονωμένους δύο δολοφόνους επί ώρες, οι οποίοι δεν μιλούσαν. Φυσικά δεν είχαν αρκετά στοιχεία εναντίον μας, έτσι όταν η εγγύηση πληρώθηκε, μας άφησαν να φύγουμε με την υπόσχεση ότι θα ήταν μόνο για λίγο.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να είχε δώσει τόσα πολλά λεφτά για εμάς. Δεν άργησα να μάθω. Ο επιχειρηματίας Τζον Μπερλίν ήταν αυτός που μας είχε αγοράσει. Άλλωστε μετά την κατάσχεση του γυάλινου βαν μας δεν είχαμε που να πάμε.
Έτσι υιοθετηθήκαμε από τον πάμπλουτο επιχειρηματία που μας είχε υποσχεθεί να μας βοηθήσει σε αυτόν τον αγνό αγώνα μας. Μέχρι και χτες που αποκαλύφθηκαν όλα, δεν είχα χάψει αυτή την μαλακία ούτε για μια στιγμή. Τι και αν είχε φτιάξει ένα ολόκληρο εργαστήριο για τον Τζέικ, ώστε να μελετήσει την Δύναμη. Τι και αν μας είχε δώσει δουλειά και σπίτι, εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να τον υποπτεύομαι. Γιατί στην ουσία μπορούσα να δω πέρα από αυτό. Τα μάτια του πρόδιδαν κάτι που μέχρι και χτες δεν μπορούσα να πιστέψω. Οι πλούσιοι άνθρωποι αυτές τις εποχές δεν αρρωσταίνουν. Όμως είναι ακόμα φιλάργυροι.
Η ιπτάμενη λιμουζίνα σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μας. Τίναξα το κεφάλι μου με δύναμη για να ξυπνήσω, αυτή την στιγμή έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση. Πρώτα βγήκαν οι μπράβοι και για μια στιγμή περίμενα να βγει από το όχημα κάποιο από τα κεφάλια της μαφίας. Αλλά ήξερα καλύτερα.
Ο Δήμαρχος με το λευκό κουστούμι στάθηκε μπροστά μας. Όλοι όσοι κυβερνούσαν πλέον αυτόν τον τόπο ήταν πάντα ντυμένοι στα λευκά. Το χρώμα της τρέλας. Το 2189 που η γη πέθαινε και το χρήμα κυρίευε, ο κόσμος ντυνόταν στα άσπρα. Το χρώμα της αγνότητας έλεγαν. Θα ξανά γεννιόμασταν έλεγαν. Εμείς όμως οι απλοί άνθρωποι είχαμε σαν κύριο μέλημα μας να επιζήσουμε.
«Έπρεπε να ανακατέψετε και άλλο την κατάσταση;» μας ρώτησε απεγνωσμένα ο Δήμαρχος.
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανένας και έδιωξα την παρόρμηση να γελάσω. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά μου φαινόντουσαν γελοία. Ίσως γιατί έτσι είχα μάθει πάντα να αντιμετωπίζω τον θάνατο. Στα μάτια μου ο Δήμαρχος ήταν ο θάνατος.
«Δεν μπορούσατε απλά να μείνετε στην Τιμωρία για το υπόλοιπο της αξιοθρήνητης, μικρής, ζωής σας;» έφτυσε τις λέξεις του με λύσσα «Και θα με κάνετε να λερώσω ξανά τα χέρια μου. Δεν μου έφτανε που αναγκάστηκα να διατάξω την δολοφονία του κακόμοιρου του Δικαστή Μπράιτον, τώρα πρέπει να ξεκάνω και εσάς τους δύο» έκανε μια στροφή και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
«Δεν καταλαβαίνω Δήμαρχε γιατί είστε εσείς αυτός που λυπάστε, εμείς είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα» του είπα θαρραλέα. Είδα αμέσως τρεις πράκτορες να με πλησιάζουν απειλητικά. Κανείς δεν αντιμιλά στον Δήμαρχο. Έφαγα μερικές αλλά τίποτα το σπουδαίο. Τουλάχιστον δεν είχα μείνει αναίσθητη. Ο Τζέικ πάλεψε για μια ακόμη φορά με τα δεσμά του αλλά μετά από μια μπουνιά σταμάτησε.
«Η Δύναμη που είναι;» φώναξε ο Τζέικ και με ξάφνιασε. Μάλλον σε μια στιγμή απόγνωσης προσπαθούσε να σταματήσει το ξύλο και να συνεχίσει αυτή την άσκοπη συζήτηση.
Ο Δήμαρχος δεν άργησε να μας απαντήσει «Είναι καλά κρυμμένη» το χρώμα του είχε σχεδόν χαθεί από το πρόσωπο του. Ήταν ξεκάθαρο ότι την φοβόταν. «Θα χαρείτε να μάθετε καθηγητά ότι αυτή την στιγμή που μιλάμε, οι καλύτεροί μας άνθρωποι την εξετάζουν..» είπε διστακτικά και συνέχισε «Άλλωστε αυτό δεν θέλατε εξ αρχής;».
Ήταν αλήθεια. Αυτό ήθελε ο Τζέικ. Όσο καιρό είχαμε μείνει με τον επιχειρηματία Τζόν αυτό έκανε. Έψαχνε, ξεφύλλιζε κάθε βιβλίο, είχε χαθεί σε κάθε γωνία, ηλεκτρονική και μη, δεν υπήρχε τίποτα. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν η Δύναμη. Και γιατί έπρεπε να την εξηγήσουμε; Πόσες φορές του είχα αντιγυρίσει. Σαν επιστήμονας ο Τζέικ δεν μπορούσε να το δεχτεί. Έπρεπε να βρει την απάντηση.
Δεν μπορούσαμε απλά να κάνουμε καλά τον κόσμο με αυτό το δώρο που μας είχε δώσει η ζωή.
«Ναι, αυτό ήθελα» παραδέχτηκε ο Τζέικ ήρεμα. Και για μια στιγμή πίστεψα ότι τρελάθηκε «Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν έχουμε τους ίδιους σκοπούς Δήμαρχε..» παρατήρησε ήρεμα ο Τζέικ. Φαινόταν κουρασμένος, όσο κουρασμένη ένιωθα και εγώ. Ήθελε να τελειώσει όλο αυτό. Φυσικά θα τελείωνε πολύ άδοξα.
Ένα τζάμι έσπασε και όλοι σκύψαμε για να αποφύγουμε τα γυαλιά. Τρεις πράκτορες περικύκλωσαν τον δήμαρχο. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που αντίκριζα. Η γυναίκα. Αυτή που εδώ και δύο μήνες προσπαθούσε απεγνωσμένα να κλέψει την δύναμη. Μα τι έκανε εδώ; Δεν είχαμε την Δύναμη. Σίγουρα το γνώριζε.
Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. ‘Όπλα βγήκαν από τις θήκες τους. Διάφοροι χρωματισμοί λειζορόπλων πήδαγαν εδώ και εκεί. και τότε ο χρόνος σταμάτησε. Όπως γινόταν κάποτε στις παλιές ταινίες δράσεις. Οι ματιές μας κλειδώθηκαν. Ο Τζεικ βρισκόταν στο πάτωμα. Μπρούμυτα και κρατούσε κάποιο μέρος του σώματος του αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ποιο. Ανάσαινε βαριά. Όχι, δεν μπορούσε να ήταν αυτό το τέλος.
Με κοίταξε γλυκά και ανοιγόκλεισε τα μεγάλα καστανά μάτια του. Προσπάθησε να συρθεί μέχρι το μέρος μου αλλά ο πόνος χτύπησε το πρόσωπό του. Έπρεπε να πάω κοντά του.. αλλά γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Πήρα για μια στιγμή το βλέμμα μου από πάνω του για να επιθεωρήσω την κατάσταση μου. Ναι, είχα χτυπηθεί και εγώ πάνω στον πανικό.
Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο και δεν πονούσα. Η τεράστια πληγή στο στομάχι μου όμως πρόδιδε το χειρότερο. Τότε σύρθηκα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και όταν τον έφτασα το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν εκείνος.
Όχι την Δύναμη, όχι τον Δήμαρχο, Όχι τον Δικαστή, όχι τον Επιχειρηματία, όχι την Υπηρεσία και σίγουρα όχι την Γυναίκα. Μόνον εκείνον.
Έπιασε το χέρι μου και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο χρόνος γύρισε ξανά στο κανονικό του και γύρω μας γινόταν ακόμα χαμός.. και καθώς σβήναμε εκεί χωρίς να μιλάμε, όλα ησύχασαν.
Τι να είχε γίνει άραγε? Δεν μπορούσα να αντιληφτώ τίποτα, όσο μάταια και αν προσπαθούσα. Μέχρι που ένιωσα την ανάσα της. Γρήγορη και κοφτή. Νομίζω έκανε φιλότιμες προσπάθειες να σταματήσει το αίμα που κυλούσε από το στομάχι μου.
Δεν απάντησε, τι θα μπορούσε να πει άλλωστε; Όμως δεν μπορούσα να καταλάβω ένα πράγμα.. γιατί είχε έρθει εδώ σήμερα; Γιατί είχε προσπαθήσει να μας σώσει; Σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου με πίεσε προς τα κάτω και η φωνή της βγήκε μικρή «Δεν ήθελα να πάρω ποτέ την Δύναμη για εμένα..» είπε ήρεμα «Προσπαθούσα να σας δείξω τον δρόμο».
Δεν έβγαζα νόημα από τις λέξεις της. «Γνωρίζαμε για την Δύναμη πολλά χρόνια. Οι προηγούμενοι που είχαν την Δύναμη δεν είχαν καλή κατάληξη και από ότι φαίνεται η ιστορία επαναλαμβάνεται..» είπε διστακτικά αλλά και κουρασμένα.
«Δηλαδή.. θες να πεις, ότι..» δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα καν να σκεφτώ.
«Ναι, δεν είστε οι πρώτοι προστάτες της Δύναμης. Μόνο εκείνη μπορεί να διαλέξει και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρούμε. Έχουμε αφιερώσει σχεδόν όλη μας την ζωή σε αυτό και για αυτό προσπαθούσαμε να σας καθοδηγήσουμε, ώστε να μην γινόντουσαν τα λάθη του παρελθόντος. Και ήσασταν σε καλό δρόμο μέχρι που μπλέξατε με τον Δικαστή..» αναστέναξε και έβγαλε από την τσέπη της ένα κουτάκι.
Από μέσα του εμφανίστηκε ένα μικρό φως και αμέσως μετά ένα ολόγραμμα. Άφησα το κεφάλι μου να πέσει πίσω και ευχήθηκα να τελείωνε εδώ και τώρα. Δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω, δεν ήθελα να ακούσω άλλα, να μάθω άλλα.
Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και αγχωτικά, ναι, μας είχε βρει, ναι, ο Δήμαρχος ήταν νεκρός όπως και όλοι οι πράκτορες. Εντυπωσιάστηκα για ένα δευτερόλεπτο και μετά ένας φρικτός πόνος διαπέρασε το κορμί μου και θυμάμαι να ουρλιάζω.
Ο Τζέικ που ήταν, τι γινόταν τώρα; Πέθαινα; Τα κουρασμένα μου μάτια τον βρήκαν. Είχε φύγει. Ένα δάκρυ ξέφυγε από το μάτι μου και με ξάφνιασε. Γύρισα στην γυναίκα έπρεπε να τις πω κάτι σημαντικό. Για να μπορούσα να φύγω και εγώ ήσυχη.
«Την Δύναμη..» είπα αγκομαχώντας «Μην την αφήσεις στα χέρια τους..» άλλο λίγο έπρεπε να αντέξω «Πάρτη και κάνε καλά όσο περισσότερο κόσμο μπορείς..Δεν χρειάζεται να την εξηγήσουμε..» σταμάτησα και πίεσα τον εαυτό μου αλλά εκείνος δεν υπάκουσε.
«Η Δύναμη διαλέγει τους προστάτες της» είπε εκείνη μπερδεμένη.
«Όχι!» της φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει «Σταματήστε να παρατηρείτε και κάντε κάτι! Δεν είναι όλα γκρι...Εμείς κάναμε λάθος επιλογές γιατί δεν γνωρίζαμε, εσείς όμως ξέρετε. Γιατί να περιμένετε τους επόμενους;» είπα με πείσμα «Υποσχέσου το μας!» της φώναξα.
Με λένε Μελίσσα και εδώ και ένα χρόνο υπηρετώ την Δύναμη. Το πώς βρέθηκα σε αυτή την ιστορία ποτέ δεν το κατάλαβα. Ακόμα και τώρα κάνουμε αστεία με τον Τζέικ για το πώς μας βρήκε η Δύναμη. Δεν την διαλέξαμε, αυτή μας βρήκε. Άγνωστο το πώς και το γιατί αλλά εμείς την υπηρετούμε σαν να είναι ο θεός μας. Φυσικά όταν έχεις δει τι μπορεί να κάνει, δεν μπορείς παρά απλά να την προστατεύσεις.
Αυτός ήταν και ο λόγος που σήμερα βρισκόμασταν δεμένοι με τις αόρατες χειροπέδες της Υπηρεσίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που μας πήγαιναν στο Λιμάνι. Ειρωνικό θα το έλεγες, μιας και πριν από ακριβώς ένα χρόνο εγώ και ο Τζέικ είχαμε γνωριστεί σε αυτό το μέρος. Και σήμερα θα πεθαίναμε εδώ.
Πότε δεν ήμουν τυχερή και ποτέ δεν πίστευα στην τύχη μέχρι που εκείνος βρέθηκε στον δρόμο μου. Τον είχα γλυτώσει από μια δουλειά που είχε πάει με όλους τους τρόπους “στραβά”.
Προσπαθούσε να αγοράσει από την μαφία παράνομα ένα υλικό που θα τον βοηθούσε σε μια εφεύρεση του και φυσικά επειδή ήταν πολύ πιο έξυπνος από εκείνους, τους είχε παίξει για τα καλά. Φυσικά τους είχε νευριάσει κιόλας.
Τον είχαν γονατίσει και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν όταν “έτυχε” να περνάω από το λιμάνι εκείνο το βράδυ. Φυσικά δεν ήταν τυχαίο. Δούλευα μυστικά για την υπηρεσία και παρακολουθούσα την μαφία πολύ καιρό.O βλάκας θα μου χαλούσε την δουλειά, έτσι τον έσωσα και έβαλα στην “Τιμωρία” δύο από τους μαφιόζους.
Μετά από αυτό παραιτήθηκα από την υπηρεσία και ακολούθησα τον Τζεικ. Μέσα σε ένα μήνα μας είχε βρει η Δύναμη.
Στάθηκα για ένα λεπτό να κοιτάξω γύρω μου όταν ένιωσα το όπλο στα πλευρά μου. Η γλοιώδης φωνή του πράκτορα γρύλισε στο αυτί μου με βία «Κουνήσου!» και έτσι προχώρησα. Όμως είχα προλάβει να ελέγξω όλες τις πιθανούς τρόπους διαφυγής μας. Τα στατιστικά όπως θα έλεγε και ο Τζέικ δεν ήταν καλά.
Αφού μας κάθισαν σε δύο ετοιμόρροπες καρέκλες μας έδεσαν και τα πόδια. Χαμογέλασα στον εαυτό μου προξενώντας την περιέργεια σε διάφορους από τους παλιούς μου συναδέλφους. «Τι γελάς Ρίβερ;» με ρώτησε ειρωνικά ένας από αυτούς.
«Α! Τίποτα πράκτορα Σον, απλά σκεφτόμουν ότι πριν από ένα χρόνο βρισκόμουν στην θέση σου.. Χωρίς να ρωτάω πολλά, κάνοντας το καθήκον μου για την πατρίδα» γέλασα για άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά.
Όταν έφαγα την μπουνιά από τον πράκτορα σταμάτησα να γελάω. Ο Τζέικ πάλεψε με τα αόρατα δεσμά του. Όμως σταμάτησε όταν του έριξα μια ματιά. Μετά από όλα αυτά που είχαμε περάσει μαζί μπορούσαμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.
Το σόου όμως δεν είχε τελειώσει. Μόλις ξεκινούσε και ο πρωταγωνιστής δεν είχε φτάσει ακόμα. Τον περιμέναμε όλοι σιωπηλά και καθώς περνούσαν τα λεπτά δεν μπορούσα να μην σκεφτώ τον Δικαστή Μπράιτον.
Αυτός για τον οποίο είχαμε συλληφθεί, επικηρυχτεί και κυνηγηθεί. Για μια δολοφονία που ποτέ δεν είχαμε διαπράξει. Ούτως η αλλιώς αυτό ήταν απλά η αφορμή. Η αφορμή για να μας πάρουν την Δύναμη.
Η Δύναμη ήταν κάτι ξένο για εκείνους. Ήταν κάτι που θα έπρεπε να φοβάσαι, ήταν μια απειλή. Εμείς την βλέπαμε σαν δώρο. Πριν καν μπλέξουμε σε αυτή την ιστορία είχαμε σώσει πολύ κόσμο και νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να σώσουμε ακόμα περισσότερους με την βοήθεια ενός Δικαστή.
Ατελείωτες φορές είχα προσπαθήσει να πείσω τον Τζέικ ότι δεν έπρεπε να μπλέξουμε την Εθνική ασφάλεια. Δεν ήταν ότι δεν πίστευα αρκετά στην δύναμη, ήταν ότι γνώριζα πολύ καλά το σύστημα. Δούλευα σε αυτό. Όμως εκείνο το πρωινό είχα κάνει πίσω στην απόφαση να επισκεφτούμε ξανά τον Δικαστή Μπράιτον για να του ζητήσουμε βοήθεια.
Το ήξερα ότι ήταν ανώφελο να πάμε ξανά εκεί. Ο Τζέικ είχε ανάγκη μια ιδέα. Έτσι έκανε ότι έβρισκε μια, πιανόταν από αυτή και του γινόταν εμμονή. Συνήθως τον σταματούσα όταν το παρατραβούσε, έτσι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι μετά από εκείνη την μέρα θα σταματούσα την τρέλα με τον Δικαστή.
Εκείνη
την μέρα έγινε κάτι περίεργο. Παρότι πηγαίναμε στον Δικαστή σχεδόν κάθε μέρα
και πότε δεν δεχόταν να ακούσει τίποτα από αυτά που είχαμε να του πούμε, εκείνη
την μέρα μας άκουσε. Ίσως να οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν άρρωστος ή ίσως
απλά να μας είχε λυπηθεί και να ήθελε και ο ίδιος να σταματήσει αυτή την τρέλα.
Ο
Δικαστής Μπράιτον είχε την κοινή γρίπη και η Δύναμη τον είχε γιατρέψει μέσα σε
ένα λεπτό. Μετά από αυτό δεν χρειαζόμασταν πολλές κουβέντες για να τον
πείσουμε. Ακόμα και αν βρισκόσουν ένα σκαλί πριν τον θάνατο, η Δύναμη μπορούσε
να σε κάνει καλά. Μας είχε υποσχεθεί ότι θα πήγαινε την υπόθεση στο Ανώτατο
Δικαστήριο και καθώς φεύγαμε από το γραφείο του εκείνη την μέρα, η ελπίδα είχε
χωθεί για τα καλά μέσα μας.Την επόμενη μέρα είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του. Ο τρόπος που είχε πεθάνει ήταν πιστή αντιγραφή της εκπαίδευσης μου σαν πράκτορας. Μόνο ένας πράκτορας της υπηρεσίας θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τον Δικαστή Μπράιτον, είχε πει ο ιατροδικαστής.
Συλληφθήκαμε αμέσως μετά από την νεκροψία. Για ατελείωτες ώρες μας είχαν κλεισμένους σε ξεχωριστά δωμάτια να μας ανακρίνουν. Πρέπει να ήταν ο περισσότερος χρόνος που είχα περάσει χωριστά από τον Τζέικ τον τελευταίο χρόνο και για αυτό τους μισούσα.
Το μόνο που είχα προλάβει να του πω πριν μας χωρίσουν ήταν «Μην μιλήσεις». Αν και ο Τζέικ ήταν αυτός που τα πήγαινε καλά στα λόγια και όχι εγώ, ήξερα πως, ότι και να έλεγε θα γυρνούσε εναντίον του. Έτσι και έκανε. Είχαν απομονωμένους δύο δολοφόνους επί ώρες, οι οποίοι δεν μιλούσαν. Φυσικά δεν είχαν αρκετά στοιχεία εναντίον μας, έτσι όταν η εγγύηση πληρώθηκε, μας άφησαν να φύγουμε με την υπόσχεση ότι θα ήταν μόνο για λίγο.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να είχε δώσει τόσα πολλά λεφτά για εμάς. Δεν άργησα να μάθω. Ο επιχειρηματίας Τζον Μπερλίν ήταν αυτός που μας είχε αγοράσει. Άλλωστε μετά την κατάσχεση του γυάλινου βαν μας δεν είχαμε που να πάμε.
Έτσι υιοθετηθήκαμε από τον πάμπλουτο επιχειρηματία που μας είχε υποσχεθεί να μας βοηθήσει σε αυτόν τον αγνό αγώνα μας. Μέχρι και χτες που αποκαλύφθηκαν όλα, δεν είχα χάψει αυτή την μαλακία ούτε για μια στιγμή. Τι και αν είχε φτιάξει ένα ολόκληρο εργαστήριο για τον Τζέικ, ώστε να μελετήσει την Δύναμη. Τι και αν μας είχε δώσει δουλειά και σπίτι, εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να τον υποπτεύομαι. Γιατί στην ουσία μπορούσα να δω πέρα από αυτό. Τα μάτια του πρόδιδαν κάτι που μέχρι και χτες δεν μπορούσα να πιστέψω. Οι πλούσιοι άνθρωποι αυτές τις εποχές δεν αρρωσταίνουν. Όμως είναι ακόμα φιλάργυροι.
Με
είχε πάρει ο ύπνος από την κούραση. Είχα να κοιμηθώ τουλάχιστον τέσσερις μέρες
και η αναμονή μπορούσε να με τρελάνει. Ένιωσα το θαλασσινό νερό να πέφτει πάνω
μου και σε μια αντανακλαστική κίνηση μου έσπασα την καρέκλα. Ξημέρωνε πια. Το
ελάχιστο φως χόρευε ανάμεσα από τα παλιά
παράθυρα της αποθήκης. Οι πράκτορες με σήκωσαν και ένιωσα εξουθενωμένη.
Είχα να πιω από τους ειδικούς χυμούς του Τζέικ πολύ καιρό και είχα χάσει την
σούπερ δύναμη μου.
Τους
σιχαινόμουν αυτούς του αναθεματισμένους χυμούς, είχαν απαίσια γεύση, όμως με
έβαζε να τους πίνω με το ζόρι και τελικά είχε δίκιο. Πόσο λυπόμουν που θα τον
έχανα σήμερα. Που δεν θα τον ξανά έβλεπα, που δεν θα περνούσα και άλλο χρόνο
μαζί του. Τουλάχιστον θα πεθαίναμε μαζί. Αλλά όχι πριν το μεγάλο φινάλε.Η ιπτάμενη λιμουζίνα σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μας. Τίναξα το κεφάλι μου με δύναμη για να ξυπνήσω, αυτή την στιγμή έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση. Πρώτα βγήκαν οι μπράβοι και για μια στιγμή περίμενα να βγει από το όχημα κάποιο από τα κεφάλια της μαφίας. Αλλά ήξερα καλύτερα.
Ο Δήμαρχος με το λευκό κουστούμι στάθηκε μπροστά μας. Όλοι όσοι κυβερνούσαν πλέον αυτόν τον τόπο ήταν πάντα ντυμένοι στα λευκά. Το χρώμα της τρέλας. Το 2189 που η γη πέθαινε και το χρήμα κυρίευε, ο κόσμος ντυνόταν στα άσπρα. Το χρώμα της αγνότητας έλεγαν. Θα ξανά γεννιόμασταν έλεγαν. Εμείς όμως οι απλοί άνθρωποι είχαμε σαν κύριο μέλημα μας να επιζήσουμε.
«Έπρεπε να ανακατέψετε και άλλο την κατάσταση;» μας ρώτησε απεγνωσμένα ο Δήμαρχος.
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανένας και έδιωξα την παρόρμηση να γελάσω. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά μου φαινόντουσαν γελοία. Ίσως γιατί έτσι είχα μάθει πάντα να αντιμετωπίζω τον θάνατο. Στα μάτια μου ο Δήμαρχος ήταν ο θάνατος.
«Δεν μπορούσατε απλά να μείνετε στην Τιμωρία για το υπόλοιπο της αξιοθρήνητης, μικρής, ζωής σας;» έφτυσε τις λέξεις του με λύσσα «Και θα με κάνετε να λερώσω ξανά τα χέρια μου. Δεν μου έφτανε που αναγκάστηκα να διατάξω την δολοφονία του κακόμοιρου του Δικαστή Μπράιτον, τώρα πρέπει να ξεκάνω και εσάς τους δύο» έκανε μια στροφή και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.
«Δεν καταλαβαίνω Δήμαρχε γιατί είστε εσείς αυτός που λυπάστε, εμείς είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα» του είπα θαρραλέα. Είδα αμέσως τρεις πράκτορες να με πλησιάζουν απειλητικά. Κανείς δεν αντιμιλά στον Δήμαρχο. Έφαγα μερικές αλλά τίποτα το σπουδαίο. Τουλάχιστον δεν είχα μείνει αναίσθητη. Ο Τζέικ πάλεψε για μια ακόμη φορά με τα δεσμά του αλλά μετά από μια μπουνιά σταμάτησε.
«Η Δύναμη που είναι;» φώναξε ο Τζέικ και με ξάφνιασε. Μάλλον σε μια στιγμή απόγνωσης προσπαθούσε να σταματήσει το ξύλο και να συνεχίσει αυτή την άσκοπη συζήτηση.
Ο Δήμαρχος δεν άργησε να μας απαντήσει «Είναι καλά κρυμμένη» το χρώμα του είχε σχεδόν χαθεί από το πρόσωπο του. Ήταν ξεκάθαρο ότι την φοβόταν. «Θα χαρείτε να μάθετε καθηγητά ότι αυτή την στιγμή που μιλάμε, οι καλύτεροί μας άνθρωποι την εξετάζουν..» είπε διστακτικά και συνέχισε «Άλλωστε αυτό δεν θέλατε εξ αρχής;».
Ήταν αλήθεια. Αυτό ήθελε ο Τζέικ. Όσο καιρό είχαμε μείνει με τον επιχειρηματία Τζόν αυτό έκανε. Έψαχνε, ξεφύλλιζε κάθε βιβλίο, είχε χαθεί σε κάθε γωνία, ηλεκτρονική και μη, δεν υπήρχε τίποτα. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν η Δύναμη. Και γιατί έπρεπε να την εξηγήσουμε; Πόσες φορές του είχα αντιγυρίσει. Σαν επιστήμονας ο Τζέικ δεν μπορούσε να το δεχτεί. Έπρεπε να βρει την απάντηση.
Δεν μπορούσαμε απλά να κάνουμε καλά τον κόσμο με αυτό το δώρο που μας είχε δώσει η ζωή.
«Ναι, αυτό ήθελα» παραδέχτηκε ο Τζέικ ήρεμα. Και για μια στιγμή πίστεψα ότι τρελάθηκε «Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν έχουμε τους ίδιους σκοπούς Δήμαρχε..» παρατήρησε ήρεμα ο Τζέικ. Φαινόταν κουρασμένος, όσο κουρασμένη ένιωθα και εγώ. Ήθελε να τελειώσει όλο αυτό. Φυσικά θα τελείωνε πολύ άδοξα.
Ένα τζάμι έσπασε και όλοι σκύψαμε για να αποφύγουμε τα γυαλιά. Τρεις πράκτορες περικύκλωσαν τον δήμαρχο. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που αντίκριζα. Η γυναίκα. Αυτή που εδώ και δύο μήνες προσπαθούσε απεγνωσμένα να κλέψει την δύναμη. Μα τι έκανε εδώ; Δεν είχαμε την Δύναμη. Σίγουρα το γνώριζε.
Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. ‘Όπλα βγήκαν από τις θήκες τους. Διάφοροι χρωματισμοί λειζορόπλων πήδαγαν εδώ και εκεί. και τότε ο χρόνος σταμάτησε. Όπως γινόταν κάποτε στις παλιές ταινίες δράσεις. Οι ματιές μας κλειδώθηκαν. Ο Τζεικ βρισκόταν στο πάτωμα. Μπρούμυτα και κρατούσε κάποιο μέρος του σώματος του αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ποιο. Ανάσαινε βαριά. Όχι, δεν μπορούσε να ήταν αυτό το τέλος.
Με κοίταξε γλυκά και ανοιγόκλεισε τα μεγάλα καστανά μάτια του. Προσπάθησε να συρθεί μέχρι το μέρος μου αλλά ο πόνος χτύπησε το πρόσωπό του. Έπρεπε να πάω κοντά του.. αλλά γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Πήρα για μια στιγμή το βλέμμα μου από πάνω του για να επιθεωρήσω την κατάσταση μου. Ναι, είχα χτυπηθεί και εγώ πάνω στον πανικό.
Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο και δεν πονούσα. Η τεράστια πληγή στο στομάχι μου όμως πρόδιδε το χειρότερο. Τότε σύρθηκα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και όταν τον έφτασα το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν εκείνος.
Όχι την Δύναμη, όχι τον Δήμαρχο, Όχι τον Δικαστή, όχι τον Επιχειρηματία, όχι την Υπηρεσία και σίγουρα όχι την Γυναίκα. Μόνον εκείνον.
Έπιασε το χέρι μου και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο χρόνος γύρισε ξανά στο κανονικό του και γύρω μας γινόταν ακόμα χαμός.. και καθώς σβήναμε εκεί χωρίς να μιλάμε, όλα ησύχασαν.
Τι να είχε γίνει άραγε? Δεν μπορούσα να αντιληφτώ τίποτα, όσο μάταια και αν προσπαθούσα. Μέχρι που ένιωσα την ανάσα της. Γρήγορη και κοφτή. Νομίζω έκανε φιλότιμες προσπάθειες να σταματήσει το αίμα που κυλούσε από το στομάχι μου.
Τις
χαμογέλασα, «Σταμάτα» της είπα και η φωνή μου βγήκε ξένη.
Τα
γαλανά τις μάτια γέμισαν υγρό «Όχι, θα γίνετε καλά» είπε πνιχτά και γέλασα
ξανά.
«Βλέπεις
πουθενά εδώ κοντά την Δύναμη;» την ρώτησα σε μια προσπάθεια μου να ανασηκωθώ.Δεν απάντησε, τι θα μπορούσε να πει άλλωστε; Όμως δεν μπορούσα να καταλάβω ένα πράγμα.. γιατί είχε έρθει εδώ σήμερα; Γιατί είχε προσπαθήσει να μας σώσει; Σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου με πίεσε προς τα κάτω και η φωνή της βγήκε μικρή «Δεν ήθελα να πάρω ποτέ την Δύναμη για εμένα..» είπε ήρεμα «Προσπαθούσα να σας δείξω τον δρόμο».
Δεν έβγαζα νόημα από τις λέξεις της. «Γνωρίζαμε για την Δύναμη πολλά χρόνια. Οι προηγούμενοι που είχαν την Δύναμη δεν είχαν καλή κατάληξη και από ότι φαίνεται η ιστορία επαναλαμβάνεται..» είπε διστακτικά αλλά και κουρασμένα.
«Δηλαδή.. θες να πεις, ότι..» δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα καν να σκεφτώ.
«Ναι, δεν είστε οι πρώτοι προστάτες της Δύναμης. Μόνο εκείνη μπορεί να διαλέξει και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρούμε. Έχουμε αφιερώσει σχεδόν όλη μας την ζωή σε αυτό και για αυτό προσπαθούσαμε να σας καθοδηγήσουμε, ώστε να μην γινόντουσαν τα λάθη του παρελθόντος. Και ήσασταν σε καλό δρόμο μέχρι που μπλέξατε με τον Δικαστή..» αναστέναξε και έβγαλε από την τσέπη της ένα κουτάκι.
Από μέσα του εμφανίστηκε ένα μικρό φως και αμέσως μετά ένα ολόγραμμα. Άφησα το κεφάλι μου να πέσει πίσω και ευχήθηκα να τελείωνε εδώ και τώρα. Δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω, δεν ήθελα να ακούσω άλλα, να μάθω άλλα.
Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και αγχωτικά, ναι, μας είχε βρει, ναι, ο Δήμαρχος ήταν νεκρός όπως και όλοι οι πράκτορες. Εντυπωσιάστηκα για ένα δευτερόλεπτο και μετά ένας φρικτός πόνος διαπέρασε το κορμί μου και θυμάμαι να ουρλιάζω.
Ο Τζέικ που ήταν, τι γινόταν τώρα; Πέθαινα; Τα κουρασμένα μου μάτια τον βρήκαν. Είχε φύγει. Ένα δάκρυ ξέφυγε από το μάτι μου και με ξάφνιασε. Γύρισα στην γυναίκα έπρεπε να τις πω κάτι σημαντικό. Για να μπορούσα να φύγω και εγώ ήσυχη.
«Την Δύναμη..» είπα αγκομαχώντας «Μην την αφήσεις στα χέρια τους..» άλλο λίγο έπρεπε να αντέξω «Πάρτη και κάνε καλά όσο περισσότερο κόσμο μπορείς..Δεν χρειάζεται να την εξηγήσουμε..» σταμάτησα και πίεσα τον εαυτό μου αλλά εκείνος δεν υπάκουσε.
«Η Δύναμη διαλέγει τους προστάτες της» είπε εκείνη μπερδεμένη.
«Όχι!» της φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει «Σταματήστε να παρατηρείτε και κάντε κάτι! Δεν είναι όλα γκρι...Εμείς κάναμε λάθος επιλογές γιατί δεν γνωρίζαμε, εσείς όμως ξέρετε. Γιατί να περιμένετε τους επόμενους;» είπα με πείσμα «Υποσχέσου το μας!» της φώναξα.
Δεν
μίλησε. Στο τέλος κούνησε το κεφάλι της θετικά.
«Συγνώμη
γλύκα, αλλά πρέπει να την κάνω..» της είπα χαμογελώντας «Με περιμένουν..»
κοίταξα τον Τζέικ για τελευταία φορά και έκλεισα τα μάτια μου ήσυχη.
Μπορεί
τελικά να είχε ελπίδα αυτή η ανθρωπότητα, μπορεί και όχι..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου