Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Daydreaming.. 1


Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.

Πάλι είχα χαθεί. Πάλι ονειρευόμουν χωρίς να κοιμάμαι. Τον τελευταίο καιρό, γινόταν όλο και πιο συχνά.

Κοίταξα τον υπολογιστή κενή. Τι έκανα; Νομίζω προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς έγραφε αυτό το mail. Το ξανά διάβασα. Συνέχισα να μην έχω ιδέα.

Το έκλεισα και αποφάσισα να βγω έξω για ένα τσιγάρο. Αυτό σίγουρα θα βοηθούσε.

Βρέθηκα έξω τουρτουρίζοντας. Με δυσκολία έβγαλα ένα τσιγάρο από το στραπατσαρισμένο πακέτο μου και το άναψα. Μετά την πρώτη τζούρα ένιωθα άλλος άνθρωπος. Ναι, ένα τσιγάρο μπορούσε να με ξυπνήσει.

Γύρισα και κοίταξα το θλιμμένο μπαλκόνι. Εκεί πιο πέρα έκλαιγε η κοκκινομάλλα  του πρώτου. Ποτέ δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα της. Την πλησίασα και αμέσως σκούπισε τα μάτια της. Λες και δεν την είχα δει ήδη να κλαίει.

«Ακόμα μαλακίζονται στον πρώτο;» την ρώτησα τραβώντας άλλη μια τζούρα από το τσιγάρο μου.

Με κοίταξε θλιμμένα και χαμογέλασε. «Ακόμα..» ψέλλισε. Τα μάτια της ήταν κόκκινα αν και είχε το πιο υπέροχο χρώμα ματιών που είχα δει ποτέ στην ζωή μου. Πολλές φορές είχα σκεφτεί να την ρωτήσω αν φοράει φακούς.

Της έδειξα το πακέτο. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ίσως είναι καιρός να το αρχίσεις» της είπα κυνικά. Χαμογέλασε ξανά και σκούπισε τα μάτια της. Τώρα είχε σταματήσει το κλάμα. «Το ξέρεις ότι δεν έχει κανένα νόημα έτσι;» της είπα αυτή την φορά πιο γλυκά.  Ήταν μικρή, γύρω στα είκοσι δύο. Δεν είχε ψηθεί ακόμα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μάταια είναι όλα σε αυτή την ζωή.

Στένεψε τα μάτια της και γύρισε προς το μέρος μου. Προσπαθούσε θαρρώ να με ζυγίσει. Ίσως απλά να της έλεγα κάτι που ήδη ήξερε. «Το ξέρω» είπε απογοητευμένα και φάνηκε να χαλαρώνει. Όμως δεν είπε τίποτα παραπάνω.

Το τσιγάρο μου τελείωνε. Και όταν έφτανε στο τέλος ήταν το χειρότερο μου.

Αναστέναξα και άναψα το επόμενο. Πάλι θα αργούσα να γυρίσω αλλά δεν με ένοιαζε. Ίσως τότε να με ένοιαζε, όταν ήμουν και εγώ σαν την μικρή κοκκινομάλλα, όμως τώρα δεν μου καιγόταν καρφί και ας ήταν οι εποχές δύσκολες και ας έπρεπε να κάνω τα πάντα για να κρατήσω την δουλειά μου.

Όταν έχεις φτάσει στην κόλαση, δεν σε νοιάζει λίγο κάψιμο.

Έψαξα το βλέμμα της. Όμως εκείνη βρισκόταν αλλού. «Νομίζεις ότι θα σου πω αυτό που λένε όλοι ότι όλα θα φτιάξουν και τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα..; Όχι, δεν θα σου πω αυτές τις αηδίες..» είπα με πάθος τραβώντας άλλη μια τζούρα. «Τα πράγματα δεν θα φτιάξουν και τα πράγματα δεν θα γίνουν καλύτερα όσο συνεχίζεις να τα αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο».

Τώρα με κοιτούσε σαν να ήμουν τρελή και ίσως να ήμουν αλλά αυτό δεν με σταμάτησε «Ποια είμαι εγώ που μιλάω; Και τι ξέρω έτσι;» της είπα γελώντας «Την τύφλα μου δεν ξέρω στην ουσία.. απλά κάποτε ήμουν στην θέση σου. Τα έπαιρνα όλα μέσα μου, μέτραγα την κάθε κουβέντα, μέχρι που αρρώστησα». Αυτό τράβηξε την προσοχή της. Πρέπει να ήταν αρκετά ευγενής γιατί δεν ρώτησε. Μόνο με κοιτούσε περιμένοντας να συνεχίσω. Δεν το έκανα. Νομίζω το μήνυμα μου το είχα περάσει και το ρολόι στο χέρι μου έλεγε αυτό που δεν ήθελα να δω.

Έσβησα το τσιγάρο και γύρισα στην πλάτη μου. Πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου της φώναξα «Τα λέμε κοκκινομάλλα!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου